ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ

Βεγγέρα στης Φιλιώς Μπαλτατζή, κατά κόσμον Μιμής Ντενίση

nor_mimi

Μια κουβέντα για τη ζωή στη Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα, την έρευνά της, τις sold out παραστάσεις της, το θέατρο.

Έλεγε: “Θα επιβιώσουμε. Θα θυμηθώ τη συνταγή του μπακλαβά. Λοιπόν, θέλεις καλό σπιτικό φύλλο, να μην τσιγκουνεύεσαι τα αμύγδαλα, το βούτυρο”». Ορεξάτος βγαίνω στον δρόμο. Στρίβω από τη Μαυρομματαίων στην Πατησίων, το μόνο αληθινό γκραν μπουλβάρ των Αθηνών. Και το πιο πληγωμένο. Έχει δύσει. «Την είχα βάλει όταν έφευγε από τη Σμύρνη να λέει: “Με φαινόταν ότι και το σπίτι ακόμα έκλαιγε. Πού πας; Και όταν φεύγεις έτσι, τι να πάρεις σε μια στιγμή από μια ολόκληρη ζωή;”. Και μετά έλεγε: “Φέρε με το τεφτεράκι με τις συνταγές της νενές μου”. Και η ψυχοκόρη έλεγε: “Μα τι να το κάνεις τώρα, πού θα μαγειρέψεις;”. Κι αποκρινόταν: “Να με θυμίζει τις μυρωδιές της Σμύρνης”». Θυμάμαι τις φράσεις που θυμάται, που μου λέει. Από το προηγούμενο έργο της, το «Σμύρνη μου αγαπημένη».

Δεν τις λέει, τις παίζει, καθιστή στο ημίφως, στο διαμέρισμά της στη Μαυρομματαίων. Βυθίζεται στην πολυθρόνα της και αναδύεται στη Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα, ως Φιλιώ Μπαλτατζή. Η Σμυρνιά πρωταγωνίστριά της, ήδη κλασική. Αστή, κοκέτα, τσαγανή, κυρά κι αρχόντισσα, μάτια και χέρια τσακμακόπετρα. (Πότε πότε μιλάει σαν κανονική Μικρασιάτισσα. Οι γνώσεις της ψιθυρίζονται στις λεπτομέρειες.) Κατεβαίνω γοργά με το πόδι την Πατησίων, στα Χαυτεία λαχανιασμένος παίρνω ταξί. Λέω στον οδηγό ένα ξερό «Φάληρο, στον ΣΚΑΪ, στην Καθημερινή», έχω βάλει ήδη τα ακουστικά στα αυτιά μου, ξανακούω τη συνέντευξη. «Αυτό που πήρε η Φιλιώ από τη Σμύρνη ήταν δύο εικόνες –σ’ το λέω κι ανατριχιάζω–, για να τους φυλάνε, και το τεφτεράκι της γιαγιάς της, κι έτσι ξεκινάει και η ταινία, με την Ολυμπία Δουκάκις που το δίνει στο σήμερα, στην εγγονή της». Αργότερα θα μου πει για την ταινία, θα σας τα πω σε λίγο κι εγώ, κατεβαίνω τη Συγγρού.

Φωτισμένος ο Νιάρχος, λαμπερός, τριζάτος, ακούω: «Στο δεύτερο μέρος [σ.σ. στο νέο έργο «Κι από Σμύρνη… Σαλονίκη»] της λένε: “Είσαι πολύ μορφωμένη για να πας δούλα σε σπίτι, για να σε πάρουν στο εργοστάσιο, δεν σε θέλουν”. “Πού να πάω, πού να δουλέψω;” Και βρίσκει έναν συγγενή του πατέρα της στη Σαλονίκη που έχει καφενείο και λέει: “Εδώ, να έρθω εδώ, να σας φτιάχνω γλυκά”. Κι έχει το τεφτεράκι της γιαγιάς της και φτιάχνει αυτά που δεν έφτιαχναν τότε στη Θεσσαλονίκη, σμυρναίικα κουλουράκια, φοινίκια, μπισκότα κωνσταντινουπολίτικα. Έχω συνδέσει πολύ την ύπαρξη της Φιλιώς με τη μαγειρική». Φτάνω στο Φάληρο. Ανεβαίνω στον τρίτο, όλοι με ρωτούν πώς ήταν. Πώς ήταν η κουβέντα μας, πώς είναι η σταρ; Κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή, κλείνω για λίγο τα μάτια, θα γράψω τώρα ζεστός. Δύο ώρες με τη Μιμή Ντενίση, δύο ώρες στη Σμύρνη, στη Σμύρνη της, μια καταιγιστική λαίλαψ, πώς να ξεκινήσω;

Πώς ξεκίνησαν όλα

Ένα ατύχημα που την κράτησε έναν μήνα καθηλωμένη στο κρεβάτι στάθηκε η αφορμή για την πρώτη της επαφή με τη Σμύρνη. Η φίλη της Ολυμπία Δουκάκις, με την οποία έκαναν πρόβες για ένα έργο στο οποίο θα συμπρωταγωνιστούσαν, της έφερε δώρο ένα σπάνιο βιβλίο του 1923: το «Certain Samaritans» της Esther Pohl Lovejoy. Ήταν η μόνη Αμερικανίδα γιατρός που έμεινε στη Σμύρνη μέχρι τις τελευταίες στιγμές της πόλης. «Στο βιβλίο της μιλάει για αυτές τις στιγμές. Είναι συγκλονιστικές οι περιγραφές της, πώς βγήκε ο κόσμος στην προκυμαία και άλλη γυναίκα γεννούσε, άλλος πέθαινε, άλλο κορίτσι ήταν βιασμένο, και ταυτόχρονα ακούγονταν οι μουσικές από τις ορχήστρες των πλοίων των συμμάχων, για να σκεπάζουν τις κραυγές! Το βιβλίο αυτό απαγορεύτηκε αργότερα στην Αμερική, όταν έγιναν σύμμαχοι με τον Κεμάλ, όπως και του Αμερικανού πρόξενου George Horton, το “The Blight of Asia” (Η μάστιγα της Ασίας). Είχα διαβάσει ελληνικά βιβλία για τη Σμύρνη, αλλά δεν με είχαν ξεσηκώσει έτσι. Μετά πήρα ένα σπουδαίο ελληνικό, τη “Δακρυσμένη Μικρασία” του Τζανακάρη, και άρχισα και διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα για τη Σμύρνη. Η Ολυμπία, που κατάγεται από το Αδραμύττιο της Μικρασίας και αυτή, μου λέει: “Τι να γράφεις έργα για άλλα, δεν γράφεις για τη Σμύρνη, που είναι ένα συγκλονιστικό θέμα;”. Έτσι μου μπήκε η ιδέα».

Με αίσθηση της ευθύνης, ιστορικός γαρ, απόφοιτος του Τμήματος Νεοελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, αλλά και με ιλιγγιώδη ορμή βούτηξε στα βαθιά. Πάλη κανονική με τις πηγές. Θυμάται απέξω κι ανακατωτά τα βιβλία που μελέτησε, εδάφια ολόκληρα, χιλιάδες οι ώρες έρευνας. Το ιστορικό πλαίσιο, τα γεγονότα, τα θέσμια της εποχής, τα ρούχα, τα φαγητά, όλα έπρεπε να μπουν σε σειρά.

Ένας νέος δραματικός κύκλος, ο σμυρναίικος

«Όταν ξεκίνησα την έρευνα, άρχισα να ψάχνω τι θεατρικά έργα υπάρχουν, να δω ποιος έχει γράψει τι, τι θα αντικρούσω. Ψάχνω, ψάχνω, δεν υπήρχε κανένα. Κανένα! Αυτά το ’12. Το ’14 έπαιξα το έργο. Ενενήντα χρόνια από την καταστροφή της Σμύρνης και δεν έχει γράψει κανένας ένα θεατρικό; Μόνο το ’23 ο Κωστής Μπαστιάς είχε γράψει “Το πουλί της νύχτας”, που το έπαιξε η Κοτοπούλη ένα βράδυ και κατέβηκε. Γιατί; Γιατί ήταν τόσο έντονο το θέμα, που Βασιλικοί και Βενιζελικοί άρχισαν να αλληλοπυροβολούνται μες στην παράσταση. Από το ’36, από τη δικτατορία του Μεταξά, απαγορεύτηκε το θέμα, γιατί προκαλούσε συγκρούσεις, μετά έγιναν άλλα, Κατοχή, Εμφύλιος κ.λπ. Έμενε όμως πάντα μια ανοιχτή πληγή. Όταν άρχισα να το γράφω το κατάλαβα κι εγώ. Παρατήρησα το εξής: η ωραία ζωή της Σμύρνης, όσο ακόμα τα πράγματα ήταν ήρεμα, περιγραφόταν με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα βιβλία. Παντού, είτε είναι γαλλικό, είτε τούρκικο, είτε αμερικάνικο, διαβάζεις για μια πόλη που είχε μια μοναδικότητα, ήταν πλούσια και κοσμοπολίτικη, το μεγαλύτερο εξαγωγικό λιμάνι της Μεσογείου τότε. Υπερπληθώρα προϊόντων, εύφορη γη, αγαπημένοι οι άνθρωποι μεταξύ τους, με κάποια πράγματα πάντα να υποβόσκουν στις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων, αλλά γενικά μια αληθινά κοσμοπολίτικη ζωή. Εκεί λοιπόν όλα συγκλίνουν.

Όταν φτάνεις στον Παγκόσμιο και στην ένταξη της Ελλάδας σε αυτόν, δεν βγάζεις άκρη, έπρεπε να διαβάσω δεκάδες βιβλία. Γιατί ο ένας λέει τι σπουδαίος ο Βενιζέλος, ο άλλος λέει ήταν ο καταστροφέας της Ελλάδος, ο άλλος λέει έφταιξαν μόνο οι Τούρκοι, και όσο ψάχνεις και σκάβεις, βλέπεις ότι έφταιξαν πάρα πολύ οι Έλληνες, πήραν πολλές λάθος αποφάσεις, έφτιαξαν τραγικούς νόμους και βέβαια υπήρξε μεγάλη προδοσία από τους Ευρωπαίους, τεράστια. Επειδή, λοιπόν, ούτε την Ευρώπη ούτε την Ελλάδα την ευχαριστεί αυτό που συνέβη, το θέμα της Σμύρνης κρύφτηκε, έμεινε όμως στους ανθρώπους όλους αυτούς ένα τραύμα, το οποίο δεν επουλώθηκε. Σκέψου ότι τότε οι Έλληνες στην Ελλάδα ήταν 4.300.000 και ήρθαν 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες από τη Μικρασία. Έμεινε στην άκρη, γιατί υπήρχε μια ανοιχτή πληγή και μια φοβία πώς να γράψεις γι’ αυτό. Στην αρχή είχα πάρα πολλές πιέσεις.

Μου έλεγαν μην τυχόν και δεν γράψετε για τον Στεργιάδη, τον ύπατο αρμοστή της Σμύρνης που μας κατέστρεψε, οι άλλοι μην γράψετε εκείνο, το άλλο. Είδα ότι ήταν πολύ έντονο και ακανθώδες το θέμα. Το έπιασα από όλες τις πλευρές, πολύ αληθινά, κι έλεγα το λάθος του Βενιζέλου, τα λάθη του βασιλιά, τα λάθη της Ελλάδας, την προδοσία της Ευρώπης και τα κάποια δίκια των Τούρκων. Δεν μπόρεσε κανείς να πει τίποτα. Οπότε έχεις το περιθώριο να αφήσεις τον θεατή να πει στο τέλος: “Μήπως φταίξαμε κι εμείς; Μήπως έκανε ο Βενιζέλος –που σίγουρα είναι ο μεγαλύτερος πολιτικός μας– λάθη;”» Κάπως έτσι δημιουργήθηκε το έργο «Σμύρνη μου αγαπημένη», στο οποίο παρακολουθούμε τη ζωή της οικογένειας Μπαλτατζή –η οικογένεια Μπαλτατζή υπήρξε πραγματικά και ήταν μεγάλη στη Σμύρνη– μέχρι την καταστροφή της πόλης. Το δράμα αντηχεί τις ιστορικές δονήσεις της εποχής, όμως μιλάει και για την καθημερινή ζωή στην πόλη των αρχών του 20ού αιώνα με τρόπο γλαφυρό. Η Μιμή Ντενίση είναι η αρχόντισσα, η νοικοκυρά του σπιτιού, η Φιλιώ Μπαλτατζή.

Downton Abbey, πλην όμως όχι ψηλομύτικο

«Η Αγγλίδα αρχόντισσα της εποχής ήταν σε απόσταση, χτύπαγε το κουδούνι και το υπηρετικό προσωπικό ήταν κάπου αλλού. Περίπου όπως στο Downton Abbey. Στη Σμύρνη συνέβαινε το αντίθετο, δηλαδή η Φιλιώ Μπαλτατζή, όλες οι αρχόντισσες της Σμύρνης, ήταν στην κουζίνα. Ήταν μαζί με τις ψυχοκόρες της, υπήρχαν οι τάξεις, αλλά ήταν αγκαλιασμένες. Νοικοκυρά ήταν η κυρία του σπιτιού, έπαιρνε τις ψυχοκόρες και πήγαινε στο ανοιχτό παζάρι, να διαλέξει η ίδια τη μελιτζάνα για το χιουνκιάρ. Δεν της την έφερναν. Ήταν στην κουζίνα για να φτιάξει τον μπακλαβά και να αποφασίσει αν θα βάλουν αμύγδαλο ή καρύδι. Είχαν υπέροχα έθιμα: το καλοκαίρι, στην εξοχή όπου πήγαιναν, έβαζαν λουλούδια στα μαλλιά τους, ντύνονταν με ωραία ρούχα, αέρινα, κι έφτιαχναν τον φιδέ, τις χυλοπίτες, τα μακαρόνια κ.λπ., και ταυτόχρονα τραγουδούσαν, γιατί έτσι πρόσταζε το έθιμο. Έκαναν βράδυ αυτή τη δουλειά και έπρεπε να τραγουδάνε. Έφτιαχναν γλυκά του κουταλιού, έκαναν τις προμήθειες για τον χειμώνα. Όλο αυτό είχε μια τελετουργία δεμένη με τη γη, τις εποχές, τη μουσική».

Η πρώτη fusion ελληνική κουζίνα

Περηφανεύεται πως έχει γίνει Μικρασιάτισσα, τα ξέρει απέξω κι ανακατωτά. «Στη γειτονιά της Αγίας Φωτεινής πήγαιναν για να πάρουν τα καλά τα κρέατα. Οι άντρες κατέβαιναν στο λιμάνι για να πάρουν τα χάβαρα και τους “σουλήνες”. Είχε μια τελετουργία η ζωή τους, μια μυσταγωγία, μια αρχοντιά. Και είχαν κάνει κι έναν πολύ γοητευτικό συνδυασμό Δύσης και Ανατολής. Είχαν και την πουτίγκα, και το μπορστ το ρώσικο, και τα τούρκικα στοιχεία, τα μπαχάρια και άλλα, πολλά εκ των οποίων ήταν βυζαντινά, και τα γαλλικά στοιχεία, και τα ανατολίτικα, διαβάζεις τα παλιά τετράδια συνταγών και βλέπεις καζάν ντιπί και δίπλα μπαβαρουάζ.

Ήταν η πρώτη fusion κουζίνα. Και το χαβιάρι ήταν πολύ διαδεδομένο. Ο Χρυσόστομος Σμύρνης, το λέω σε αυτό το έργο, είχε κάνει μια ανακοίνωση γραπτή προς τον πληθυσμό της Σμύρνης να σταματήσουν οι σπατάλες στο φαγητό. Γιατί ήταν σε τέτοιο βαθμό η αφθονία. Και αυτά δεν ίσχυαν μόνο για τους πολύ πλούσιους. Ήταν πλούσια η κουζίνα και των φτωχών. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχαν φτωχοί όπως στην Ελλάδα. Ήταν και η Μικρασία πολύ εύφορη, με πολλά νερά, βροχές, είχε τα καλύτερα φρούτα, ένας παράδεισος. Η βασίλισσα της Αγγλίας κάθε χρόνο περίμενε να της στείλουν ξερά σύκα και σταφίδες. Ο φτωχός στη Μικρασία ήταν πλούσιος στην Ελλάδα. Γιατί όλοι, και ο πιο “φτωχός”, είχαν στρέμματα με σταφύλια, καπνά, οπωροκηπευτικά. »Κακά τα ψέματα, η κουζίνα στην Ελλάδα μπολιάστηκε από τους Έλληνες εξ Ανατολής. Όχι μόνο στη μαγειρική, στην κουλτούρα γενικά, στη μουσική, στις τέχνες, ήταν πολύ μεγάλη η επίδραση των Σμυρνιών».

Κι από Σμύρνη… Σαλονίκη

Το έργο «Σμύρνη μου αγαπημένη» έσπασε ταμεία. Παίχτηκε τρεις σεζόν, κάθε βράδυ το θέατρο γεμάτο. «Το πρώτο έργο δημιούργησε το δεύτερο. Ο κόσμος το είχε ανάγκη, του έδωσε μια ανάταση ψυχική, κάποιος σκέφτηκε να μιλήσει γι’ αυτό το τραύμα τους. Πάρα πολλοί –επώνυμοι και ανώνυμοι– έρχονταν και μου έλεγαν, σαν να ήμουν εγώ πραγματικά αυτή η Μικρασιάτισσα: “Μετά τι έγινε η Φιλιώ; Τα παιδιά της τι έγιναν; Έζησε ο Βασιλάκης; Κάηκε η Αρμένισσα;” Η Αρβελέρ, ας πούμε, που είναι από εκεί, με ρώτησε: “Δεν θα γράψεις τη συνέχεια; Τι έγινε στην Ελλάδα μετά;” Η οικογένεια Μπαλτατζή αφορά πολλούς, μοιάζει με πολλές που υπήρξαν. Έτσι μου ήρθε η ιδέα του σίκουελ».

Στη σκηνή θα δούμε τις περιπέτειες της οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. «Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε πει για την υποδοχή των προσφύγων στην Ελλάδα: “Δεν υπήρξε συμπάθεια, δεν υπήρξε απάθεια, υπήρξε αντιπάθεια”. Έτσι ήταν. Η Θεσσαλονίκη ήταν τότε ένα καζάνι που έβραζε. Οι ντόπιοι δεν θέλουν τους πρόσφυγες, γιατί είναι πάμπτωχοι και οι ίδιοι μετά τη φωτιά του ’17. Οι πρόσφυγες δεν θέλουν τους Εβραίους, γιατί λένε “εμείς είμαστε Ρωμιοί που γυρίσαμε σε ρωμαίικη χώρα”. Κι εκείνοι όμως αισθάνονται Έλληνες, γιατί είναι 500 χρόνια στην Ελλάδα. Οπότε βλέπεις όλες αυτές τις συγκρούσεις. Βλέπεις αυτό το αμάλγαμα, Πόντιους, Ανατολικοθρακιώτες, Μικρασιάτες να αγωνίζονται, η Φιλιώ να κάνει αυτό που ξέρει, να μαγειρεύει, να φτιάχνει γλυκά, κουλουράκια, να σερβίρει σε σπίτια, κι από αυτό να φτιάχνει μια ζωή με τα χέρια της, τον γιο της –από εκεί που ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης– να γίνεται εργάτης, την κόρη να γίνεται μοδίστρα. Αλλά προχωράνε με την εργατικότητα και χωρίς κόμπλεξ, γιατί ήταν μορφωμένοι, δεν θεωρούσαν ότι τα λεφτά ήταν η αρχοντιά τους, ήταν η μόρφωσή τους, η κουλτούρα τους. Στο δεύτερο μέρος προκόβουν οι άνθρωποι αυτοί, προοδεύουν και αρχίζει η πτώση των Εβραίων. Κι όταν φτάνουμε πια στον πόλεμο, είναι η πρώτη φορά που βλέπεις ότι παύουν να νοιάζονται αν κάποιος είναι Εβραίος ή Ορθόδοξος, πρόσφυγας ή ντόπιος».

Δεν έχει τρεις εβδομάδες που έχει ανέβει η παράσταση, και ήδη συζητιέται. Της λέω τι πιστεύω: ότι κάνει θέατρο όπως στην Αγγλία. Λαϊκό και με υψηλό φρόνημα μαζί, υπερπαραγωγές με δύσκολα θέματα. «Έχεις πολύ δίκιο. Στην Αγγλία έτσι είναι το θέατρο. Λέω δύσκολα πράγματα στο έργο, τι για τον Μπεναρόγια, τι για τον αντισημιτισμό, και τους βλέπω ότι είναι εκεί. Το αγόρι με το σκουλαρίκι στη μύτη, τη γιαγιά, μια πολύ σικ από την Εκάλη. Όλοι μαζί. Αυτό είναι για μένα το θέατρο. Με τον κόσμο αισθάνομαι ότι με παίρνει μια αγκαλιά, δεν έχω ποτέ την αίσθηση ότι δεν καταλαβαίνουν. Όταν τους μιλάω για τον Βενιζέλο και τον Τσαλδάρη, απευθύνομαι στο κοινό. “Μα δεν έχω δίκιο ότι δεν έπρεπε ο Βενιζέλος να κάνει τις εξορίες;” Σου λένε “ναι, ναι”».

Απερίφραστα δηλώνει ότι τα δύο έργα της για τη Σμύρνη είναι αυτά για τα οποία περηφανεύεται περισσότερο. «Δεν είναι σκέτο θέατρο, οι μισοί είμαστε από εκεί, οι άλλοι μισοί κάποια σχέση έχουμε».

Η ταινία

Το πρώτο έργο, το «Σμύρνη μου αγαπημένη», θα γίνει σύντομα ταινία, μια διεθνής φιλόδοξη συμπαραγωγή. Τον Μάιο θα ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Στους κινηματογράφους θα βγει κατά πάσα πιθανότητα την Πρωτοχρονιά του 2021. «Δεν υπάρχει καλύτερο μνημόσυνο για τα 100 χρόνια από την Καταστροφή της Σμύρνης από το να βγει διεθνώς μια ταινία». Μου περιγράφει την αρχή του έργου: «Η ταινία ξεκινάει στο σήμερα, με την Ολυμπία που φέρνει από την Αμερική την εγγονή της στη Λέσβο, να βοηθήσουν τους πρόσφυγες. Και το “Αμερικανάκι” τσινάει: “Τι δουλειά έχουμε εμείς με τους πρόσφυγες;”. Η γιαγιά της της δίνει ένα παλιό τεφτεράκι και της λέει: “Δεν είσαι Αμερικάνα. Άμα ξεχάσεις τις ρίζες σου, δεν είσαι τίποτα”. Και η μικρή αναρωτιέται: “Συνταγές θα διαβάσω;”. Και η γιαγιά της της απαντά: “Μέσα από τις συνταγές θα δεις και τη ζωή”».