ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Η επανάσταση των γραμμάτων

i-epanastasi-ton-grammaton-2385575

Μια συζήτηση με τη συγγραφέα Σοφία Νικολαΐδου με αφορμή το νέο βιβλίο της, «Το χρυσό βραχιόλι», που αποτελείται από τις αφηγήσεις ανθρώπων που ήταν οι πρώτοι που σπούδασαν στην οικογένειά τους. Γιατί στην Ελλάδα κυνηγάμε με πάθος το πτυχίο; Τι άλλαξε τα τελευταία χρόνια;

Το καινούργιο της βιβλίο, «Το χρυσό βραχιόλι» (εκδ. Μεταίχμιο), είναι μια συλλογή πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων ανθρώπων που μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό: ήταν οι πρώτοι που σπούδασαν στην οικογένειά τους. Οι πρώτοι που φόρεσαν το «χρυσό βραχιόλι» – έτσι λέγανε το πτυχίο παλιά στα χωριά της Μακεδονίας, όπως μου εξηγεί η συγγραφέας.

Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα; «Μια μέρα που ανακάτευα παλιές φωτογραφίες στο πατρικό μου, ανάμεσα στα άλμπουμ, ανέσυρα ένα χαρτί που δεν το είχα ξαναδεί. Ήταν το απολυτήριο της μαμάς μου, η οποία τελείωσε το σχολείο τη σχολική χρονιά 1952-53 με βαθμό 19 1/11. Πλάι στο άριστα του απολυτηρίου αναγραφόταν το όνομα του παππού και δίπλα σε αυτό υπήρχε η ένδειξη «επάγγελμα εργάτης». Ξέρετε, στα παλιά απολυτήρια αναγραφόταν το επάγγελμα του πατέρα, πράγμα που το έβλεπα τότε για πρώτη φορά. Δεν ξέρω, κάτι μου έκανε. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα γράψω ένα βιβλίο με ιστορίες αληθινών ανθρώπων που ήταν οι πρώτοι στην οικογένειά τους που σπούδασαν. Τρεις γενιές Ελλήνων, η γενιά των γονιών μας, η δική μας γενιά και η γενιά των παιδιών μας».

ΕΡΓΑΤΟΠΑΙΔΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΓΙΑΤΡΟΙ

Αυτές τις μέρες ολοκληρώνονται οι φετινές πανελλήνιες εξετάσεις – πάνω από το 70% των αποφοίτων του λυκείου εισάγονται συνήθως σε κάποιο ανώτατο πανεπιστημιακό ίδρυμα, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στον κόσμο. Κάποιοι από αυτούς δεν θα ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, άλλοι ίσως τελικά διαλέξουν μια διαφορετική επαγγελματική κατεύθυνση. Η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο μπορεί να μη σημαίνει τίποτα, αλλά μπορεί και να καθορίσει τα πάντα. «Στην Ελλάδα του 20ού (και του 21ου) αιώνα συντελέστηκε μια επανάσταση με όπλο τις σπουδές και τα γράμματα. Εργατόπαιδα έγιναν γιατροί, αγροτόπαιδα σπούδασαν δικηγόροι. Κορίτσια πάλεψαν για το αυτονόητο: μια δουλειά και το δικό τους πορτοφόλι», μου λέει η κ. Νικολαΐδου. «Η ελληνική οικογένεια επένδυσε χρήματα και ψυχή στο πτυχίο ως εισιτήριο για μια καλύτερη ζωή. Αυτού του είδους η κοινωνική και οικονομική κινητικότητα είναι αδιανόητη σε άλλες κοινωνίες, όπου ο γιος του εργάτη δεν διανοείται ότι μπορεί να σπουδάσει. Δεν νομίζω πως ένας Άγγλος ή ένας Αμερικανός μπορεί να καταλάβει εύκολα ένα θέμα σαν αυτό. Πώς να αντιληφθεί τι εσωτερικές χορδές δονεί σε πολλούς από εμάς η φράση “εμείς μπορεί να πεινάσουμε αλλά το παιδί θα σπουδάσει”;»

Οι αφηγήσεις του βιβλίου είναι γεμάτες με ιστορίες «θυσίας». Τα χρήματα μιας ζωής που οι γονείς από το χωριό έδωσαν στο παιδί για να κατέβει στην πόλη να σπουδάσει. Τη φτώχεια που το ίδιο παιδί πέρασε ως φοιτητής μακριά από την οικογένειά του. Ακόμα και τον κόπο καμιά φορά που έκανε για να πείσει τους γύρω του (ή και τον εαυτό του) ότι όλα αυτά γίνονται για το καλύτερο. Και μέσα από αυτόν τον αγώνα ξεδιπλώνεται η ιστορία της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας: η θέση της γυναίκας, η σύνδεση (ενίοτε ασφυκτική) με την οικογένεια, η φυγή από την επαρχία, η μετανάστευση, η σχέση με τα χρήματα και την πολιτική. «Όπως σχολίασε και ο εκδότης μου, το βιβλίο είναι η απάντηση στο ερώτημα “Τι είναι η πατρίδα μας;” Όσο περισσότερο το σκέφτομαι, νομίζω ότι έχει δίκιο».

Η πατρίδα μας, πάντως, έχει αλλάξει πολύ. Στην πρόσφατη ιστορία, όταν παιδιά με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές αδυνατούσαν να βρουν δουλειά, ο κόσμος δεν μπορούσε να μην προσέξει ότι κάποιοι άλλοι, με λιγότερο «ελκυστικές» και συνήθως χειρωνακτικές εργασίες, κατάφεραν να σταθούν στα πόδια τους. «Η δεκαετία της κρίσης σίγουρα άλλαξε τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις σπουδές και το επάγγελμα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα παιδιά προτιμούν πια σπουδές που εγγυώνται επαγγελματική αποκατάσταση, για παράδειγμα τις σχολές της αστυνομίας ή τις στρατιωτικές σχολές. Για παράδειγμα, ένας απόφοιτος φιλολογίας –και σας το λέω με πόνο, γιατί είναι ένα αντικείμενο που αγαπώ– δεν έχει το κύρος που είχε παλαιότερα, γιατί το πτυχίο δεν εγγυάται δουλειά». Παρ’ όλα αυτά, παρατηρεί η κ. Νικολαΐδου, οι γονείς επιμένουν ότι το παιδί πρέπει να σπουδάσει. «Πάρε το χαρτί και μετά κάνε ό,τι θέλεις, είναι η επωδός. Αυτό είναι, φυσικά, μια παθογένεια, που μπορεί όμως να εξηγηθεί ιστορικά. Ακριβώς επειδή οι σπουδές ήταν για πάρα πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα εισιτήριο για τα παιδιά που δεν είχαν χρήματα και πλάτες, ο τρόπος να ανέλθουν οικονομικά και κοινωνικά».

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Σε μία από τις μαρτυρίες, μια γυναίκα θυμάται πως η μητέρα της ήθελε να την πάρει από δημόσιο σχολείο και να τη γράψει στο Κολέγιο, για να έχει περισσότερες ευκαιρίες. Εκείνη αρνήθηκε και τα κατάφερε με τον δικό της τρόπο, πιστεύοντας ότι, όπως σχολιάζει στο βιβλίο, «το ταλέντο είναι το πιο δημοκρατικό πράγμα που υπάρχει». Είναι; Δεν έχει περισσότερες ευκαιρίες ένα παιδί από ένα ιδιωτικό σχολείο να περάσει στο πανεπιστήμιο; Και κατ’ επέκταση σε μια καλύτερη σχολή. Και μετά να βρει μια «καλή δουλειά»; «Επειδή είμαι κι εγώ παιδί του δημόσιου σχολείου και έχω δουλέψει είκοσι έξι χρόνια ως φιλόλογος -τα έξι σε ιδιωτικό και τα είκοσι στο δημόσιο σχολείο, το οποίο υπολήπτομαι πάρα πολύ- μπορώ να σας πω ότι, ναι, έχετε εν μέρει δίκιο. Ένα παιδί από καλό ιδιωτικό μπορεί, ίσως, να βρει ευκολότερα μια “καλή δουλειά”, έχει περισσότερες γνωριμίες. Και στην Ελλάδα, ακόμα και σήμερα, πολλά πράγματα γίνονται με ένα τηλέφωνο που θα πάρει κάποιος γνωστός».

i-epanastasi-ton-grammaton0

Όμως, υπάρχει και μια διαφορετική ανάγνωση: «Ο άνθρωπος που έχει φοιτήσει στο δημόσιο έχει κάποια παράσημα που λείπουν από τα παιδιά των ιδιωτικών: διαθέτει την εικόνα του πραγματικού κόσμου, δεν συναναστρέφεται μόνο τους όμοιούς του. Οι δυσκολίες, ξέρετε, καμιά φορά λειτουργούν σαν ελατήριο, σε εκτοξεύουν ψηλά. Σου χαρίζουν κίνητρο, το ισχυρότερο καύσιμο. Ο δρόμος είναι σίγουρα πιο δύσκολος, με περισσότερα εμπόδια. Αλλά έχεις και τη χαρά πως τα καταφέρνεις μονάχος σου. Κι αυτό είναι μια αίσθηση που δεν μπορεί να σου την πάρει κανείς. Όσο για το ταλέντο, πείτε με ρομαντική, όμως ναι, πιστεύω πως είναι, όπως λέει και η αφηγήτρια στο βιβλίο “το πιο δημοκρατικό πράγμα που υπάρχει”».  

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Για το «Χρυσό βραχιόλι» η Σοφία Νικολαΐδου εργάστηκε συστηματικά τα τελευταία επτά χρόνια, ταξίδεψε στην Ελλάδα, μίλησε με ανθρώπους, κατέγραψε τις αφηγήσεις τους και τις μετέφερε αυτούσιες στο χαρτί, φτιάχνοντας ένα, όπως λέει, «μωσαϊκό από φωνές σαν τα παλιά μωσαϊκά στα σπίτι που μεγαλώσαμε». Δεν υπάρχει μυθοπλαστικό στοιχείο στις ιστορίες της – η μέθοδος αυτή έχει τις ρίζες της στα αρχαία χρόνια, θυμίζει την ερευνητική δημοσιογραφία και το ρεπορτάζ, καθιερώθηκε εσχάτως χάρη στη νομπελίστρια Σβετλάνα Αλεξίεβιτς. Απουσιάζει, λοιπόν, η επινόηση από ένα τέτοιο έργο; Από την πλευρά του συγγραφέα ναι. Από την πλευρά των αφηγητών; «Οι άνθρωποι που αφηγούνται την ιστορία τους πιστεύουν ότι λένε την αλήθεια. Όμως η μνήμη είναι άτιμο πράγμα. Νομίζουμε ότι θυμόμαστε, αλλά πολλές φορές επινοούμε ή ερμηνεύουμε πράγματα. Κι αυτό φαίνεται καθαρά, όταν στις αφηγήσεις είναι παρόντες περισσότεροι αφηγητές. Τότε ο ένας πετάγεται, διορθώνει ή συμπληρώνει τον άλλο. Γιατί η μνήμη θησαυρίζει στιγμές, όμως την ίδια στιγμή ερμηνεύει, βλέπει από τη δική της σκοπιά τα συμβάντα. Ας μείνουμε λοιπόν στο γεγονός ότι καθένας από τους αφηγητές αφηγείται την ιστορία του, όπως την έχει φυλαγμένη στο μυαλό του». ■

Το χρυσό βραχιόλι / Σοφία Νικολαΐδου / Εκδόσεις Μεταίχμιο / σελ. 384

i-epanastasi-ton-grammaton2