ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

«Στην Ελλάδα, νιώθω σαν να επιστρέφω σπίτι»

Ο Ζαν-Λικ Μαρτινέζ, πρόεδρος-διευθυντής του μουσείου του Λούβρου, μιλάει για την εποχή της πανδημίας, τον ρόλο των μουσείων και τους δικούς του στενούς δεσμούς με τη χώρα μας.

stin-ellada-niotho-san-na-epistrefo-spiti

Κάποια στιγμή στην ηλικία των έντεκα, ο Ζαν-Λικ Μαρτινέζ έμαθε ότι θα επισκεπτόταν το Μουσείο του Λούβρου με τους συμμαθητές του. Τα νέα της εκπαιδευτικής εκδρομής τον άφησαν σχετικά αδιάφορο, άλλωστε η εμπειρία του από μουσεία ήταν μέχρι τότε ελάχιστη.

«Ζούσα σε ένα παριζιάνικο προάστιο, σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπήρχε τίποτα παλιό. Όταν φτάσαμε στο μουσείο, βρέθηκα απέναντι από τη Νίκη της Σαμοθράκης. Ήταν ένα σοκ. Έμεινα συγκλονισμένος από αυτή την ομορφιά που ερχόταν από το βάθος των αιώνων. Η κλίση μου προς την αρχαιολογία και την ιστορία της τέχνης γεννήθηκε ακριβώς εκεί, εντελώς απροσδόκητα. Αυτή η επίσκεψη στο Λούβρο άλλαξε τη ζωή μου», θυμάται σήμερα. 

Χρόνια αργότερα, επέστρεψε στο πιο επιβλητικό κτίριο της Δεξιάς Όχθης. Αρχικά ως φοιτητής στη Σχολή του Λούβρου και αργότερα ως επιμελητής αλλά και διευθυντής των ελληνικών, ετρουσκικών και ρωμαϊκών συλλογών. Το 2013, ο αρχαιολόγος και ιστορικός τέχνης Μαρτινέζ, 56 ετών σήμερα, διορίστηκε πρόεδρος-διευθυντής του Λούβρου. 

«Ελλάδα, μια άλλη πατρίδα για μένα» 

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής του ανέπτυξε δυνατούς δεσμούς με την Ελλάδα και την ιστορία της, δεσμούς που διατηρούνται και ανανεώνονται. Σημαντικό κεφάλαιο παραμένει η εμπειρία του από τη δεκαετία του ‘90 στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, αλλά και στις ανασκαφές στις οποίες συμμετείχε στους Δελφούς και στη Δήλο. 
Ο Μαρτινέζ βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα για τον εορτασμό των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση και για τα εγκαίνια της ανακαινισμένης Εθνικής Πινακοθήκης. Έλαβε επίσης το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής από την Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου.

Πίσω στο Παρίσι, ανάμεσα στα πολλαπλά του πρότζεκτ περιλαμβάνεται και η έκθεση «Παρίσι-Αθήνα. Η γέννηση της σύγχρονης Ελλάδας 1675-1919». Η παρουσίαση διοργανώνεται με αφορμή την επέτειο του ελληνικού αγώνα για ανεξαρτησία και αναμένεται τον Σεπτέμβριο. Η έκθεση, την οποία επιμελείται ο Μαρτινέζ μαζί με την Αναστασία Λαζαρίδου και τη Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, φιλοδοξεί να αναδείξει τους πολιτιστικούς, καλλιτεχνικούς και διπλωματικούς δεσμούς που ένωσαν την Ελλάδα και τη Γαλλία τον 19ο αιώνα, με έμφαση στις αρχαιολογικές ανακαλύψεις επί ελληνικού εδάφους εκείνη την εποχή. «Είμαι ευτυχής γι’ αυτή την έκθεση. Με αφορμή αυτήν, μπορώ να μοιραστώ το πάθος μου για την Ελλάδα, η οποία είναι σαν μια άλλη πατρίδα για μένα», συμπληρώνει. 

Η έκθεση «Παρίσι-Αθήνα» προετοιμάζεται εν μέσω της συνεχιζόμενης πανδημίας και των εναλλασσόμενων περιοριστικών μέτρων για τον περιορισμό της. Το 2020, το Λούβρο έμεινε κλειστό για έξι μήνες. Την περίοδο που ήταν ανοιχτό, τις πόρτες του πέρασαν 2,7 εκατομμύρια επισκέπτες, πολλοί από τους οποίους το επισκέφθηκαν ειδικά για τη δημοφιλή περιοδική έκθεση «Λεονάρντο Ντα Βίντσι». Σύμφωνα με τον Μαρτινέζ, η επισκεψιμότητα του μουσείου σημείωσε μείωση κατά 72% σε σχέση με το 2019.

stin-ellada-niotho-san-na-epistrefo-spiti0
Η Νίκη της Σαμοθράκης © Josse / Leemage via AFP/visualhellas.gr

Συγχρόνως, οι κλειστές –λόγω Covid-19– πόρτες οδήγησαν πολλούς στο άνοιγμα των υπολογιστών τους. Το Λούβρο φιλοξένησε διαδικτυακά 21 εκατομμύρια επισκέπτες το 2020 (με ρεκόρ ημέρας τους 400 χιλιάδες επισκέπτες) και κατέγραψε 9,3 εκατομμύρια συνδρομητές στα κοινωνικά δίκτυα – 1,02 εκατομμύρια περισσότερους followers από ό,τι το 2019.

«Η δίψα των ανθρώπων για απόδραση δεκαπλασιάστηκε λόγω των περιορισμών. Και το Λούβρο ήταν ένας από τους αποδέκτες αυτής της επιθυμίας. Οι ψηφιακές μας παραγωγές ήταν ένα από τα παράθυρα μέσα από τα οποία οι άνθρωποι κατάφεραν να αποδράσουν από την καθημερινότητα της καραντίνας. Οι ομάδες του μουσείου ήταν ιδιαίτερα εφευρετικές με το ψηφιακό μας περιεχόμενο», σημειώνει ο Μαρτινέζ.

Το ψηφιακό οικοσύστημα του μουσείου ενισχύεται φέτος και με το «Collections en ligne», μια πλατφόρμα που δίνει πρόσβαση σε όλα τα έργα του μουσείου, ακόμα και σε αυτά που δεν παρουσιάζονται. Με αυτόν τον τρόπο, σημειώνει ο διευθυντής του, το Λούβρο γίνεται προσβάσιμο με μερικά μόνο κλικ. «Η επιτυχία αυτής της ψηφιακής προσφοράς αποδεικνύει την ανάγκη του κόσμου για απόδραση αλλά και για ομορφιά. Αυτό, όμως, δεν θα αντικαταστήσει ποτέ την πρωταρχική μας αποστολή, η οποία είναι να προωθούμε τη φυσική συνάντηση των έργων με το κοινό». 

Από το 1190, οπότε χτίστηκε το πρώτο οχυρό από τον Φίλιππο Β΄ Αύγουστο, μέχρι τα εγκαίνια του Μεγάλου Λούβρου και της γυάλινης πυραμίδας του Ι. Μ. Πέι, το 1989, το Λούβρο έχει χαράξει μια συναρπαστική πορεία. Επίσημη κατοικία των Γάλλων βασιλέων και μουσείο των βασιλικών συλλογών τέχνης, έπεσε σε παρακμή όταν η γαλλική Αυλή μεταφέρθηκε στις Βερσαλλίες. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση αποφασίστηκε να γίνει μουσείο, ανοίγοντας με τη νέα του ιδιότητα το 1793.  

Αυτή την περίοδο, οι πόρτες του παραμένουν κλείστες για το κοινό, όμως επικρατεί έντονη κινητικότητα στα εργοτάξια, τα οποία ξεκίνησαν εργασίες τον περασμένο Μάιο, στο τέλος της πρώτης καραντίνας στη Γαλλία. Ανάμεσα στα μεγάλα έργα αποκατάστασης βρίσκεται ο ναός του μασταμπά του Akhethetep, στο τμήμα αιγυπτιακών αρχαιοτήτων, και το Salon Carré, ενώ συνεχίζεται η κατασκευή του Studio –παιδαγωγικός χώρος 1.200 τ.μ.–, που αναμένεται να ανοίξει το φθινόπωρο. Άλλο ένα πρότζεκτ της θητείας του Μαρτινέζ είναι μια σύγχρονη μονάδα φύλαξης και αποκατάστασης στο Liévin, στη βόρεια Γαλλία. Παρά τους περιορισμούς, 100 χιλιάδες έργα έχουν ήδη μεταφερθεί από το Παρίσι – σχεδόν τρεις φορές περισσότερα από εκείνα που παρουσιάζονται στο μουσείο. 

Παρά τις κλειστές πόρτες, το διεθνές κοινό έχει κι άλλες ευκαιρίες για να γνωρίσει καλύτερα το Λούβρο. Από την αρχή της χρονιάς, εκατομμύρια θεατές από όλο τον κόσμο έχουν παρακολουθήσει τις περιπέτειες του τηλεοπτικού «Lupin», στην πρώτη σεζόν της γαλλικής παραγωγής του Netflix. To 2018, ένα μουσικό βίντεο της Beyoncé και του Jay-Z, που γυρίστηκε σε χώρους του Λούβρου, πιστώθηκε μέρος της επιτυχίας του μουσείου σε επίπεδο επισκεψιμότητας, η οποία εκείνη τη χρονιά σημείωσε ρεκόρ με 10,2 εκατομμύρια επισκέπτες. 

Σύμφωνα με τον Μαρτινέζ, ένα μεγάλο μέρος του κοινού του Λούβρου είναι νεανικό, με 50% των επισκεπτών να είναι κάτω των 30 ετών. «Είναι πράγματι ένα είδος θαύματος το γεγονός ότι ένα τόσο παλιό μουσείο, το οποίο παρουσιάζει έργα που κάποιες φορές είναι άνω των 40 αιώνων, αρέσει τόσο πολύ στους νέους. Όμως αυτή η δημοφιλία δεν είναι δεδομένη, πρέπει να την καλλιεργήσουμε», παρατηρεί ο Μαρτινέζ. «Τα γυρίσματα των Beyoncé και Jay-Z, όπως κι εκείνα του “Lupin”, αλλά και η πρωτοχρονιάτικη συναυλία του David Guetta προσφέρουν μια απίστευτη προβολή στο Λούβρο και στα έργα του σε σχέση με τους νέους. Κάποιοι από αυτούς ανακάλυψαν το Λούβρο χάρη σε αυτά τα βίντεο και θέλουν να έρθουν να δουν το μέρος όπου τα γύρισαν οι καλλιτέχνες. Είμαι πολύ χαρούμενος – οτιδήποτε βοηθάει στο να αγαπηθεί και να ανακαλυφθεί το Λούβρο είναι θετικό».

«Η αρχαιολογία είναι το δάμασμα του χρόνου»

Παγκόσμιο αλλά και γαλλικό, το Λούβρο φιλοξενεί κατά 75% ξένους επισκέπτες, όμως πρώτοι σε αριθμό παραμένουν οι Γάλλοι επισκέπτες του. Σύμφωνα με τον Μαρτινέζ, ο διεθνής τουρισμός επιστρέφει στο Παρίσι το 2024, με την προοπτική των Ολυμπιακών Αγώνων που θα διεξαχθούν στην πόλη. Με τις προκλήσεις της εποχής να παραμένουν γιγαντιαίες, αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί να μας διδάξει το παρελθόν μας. Βοήθησε η μεγάλη αρχαιολογική εμπειρία τον Μαρτινέζ να αντιμετωπίσει καλύτερα την πανδημία;   

«Ναι, φυσικά. Η αρχαιολογία είναι το δάμασμα του χρόνου. Αυτό απαιτεί πολλή υπομονή και ελπίδα. Μπορεί να ψάχνεις μέρες ολόκληρες χωρίς να βρεθεί κάτι και κάποιες φορές, εκεί που δεν το περιμένεις, να συμβεί ενα μικρό θαύμα, να κάνεις μια καταπληκτική ανακάλυψη. Η υπομονή και η ελπίδα είναι τα κύρια χαρακτηριστικά που χρειάζονται για να περάσεις αυτή την περίοδο της ανασφάλειας. Επιπλέον, το Λούβρο είναι κι ένα τεράστιο αρχαιολογικό μουσείο. Η πλειονότητα των συλλογών μας προέρχεται από ανασκαφές στην Αίγυπτο, στη Μέση Ανατολή. Το να γνωρίζεις αυτές τις χώρες, την αρχαιολογική τους κληρονομιά και τους συναδέλφους αρχαιολόγους που την προσέχουν είναι ένα σημαντικό προσόν για τον διευθυντή του Λούβρου. Γι’ αυτό και ήθελα να αναπτύξω το κομμάτι των ανασκαφών που οδηγεί το Λούβρο στον κόσμο – το μουσείο είναι πράγματι ένας οργανισμός που κάνει ανασκαφές. Σήμερα, κάνουμε ανασκαφές στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία, στην Ιταλία, στον Λίβανο, στο Ιράν, στο Ουζμπεκιστάν, στο Σουδάν. Είναι ο μόνος τρόπος για να διατηρήσουμε ζωντανό τον δεσμό μεταξύ της αρχαιολογίας του παρελθόντος και της σημερινής αρχαιολογίας.

stin-ellada-niotho-san-na-epistrefo-spiti2
Η Αφροδίτη της Μήλου © Thomas SAMSON/ AFP/visualhellas.gr

Πράγματι, έχουμε μια ευθύνη απέναντι στις χώρες από τις οποίες προέρχονται οι συλλογές μας: να είναι προσβάσιμα τα αρχεία και τα δεδομένα αυτών των έργων και να αναπτύξουμε συνεργασίες σε επίπεδο εκδόσεων και έρευνας», εξηγεί ο Μαρτινέζ.  

Το 2017, το μουσείο εγκαινίασε μια καινοτόμο συνεργασία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με την ανάπτυξη του Louvre Abu Dhabi, μέσω μιας συμφωνίας που επιτρέπει τη χρήση του Λούβρου ως brand name και τον δανεισμό έργων, μεταξύ άλλων. «Το πρώτο παγκόσμιο μουσείο του αραβικού κόσμου και ένας χώρος μαγευτικής ομορφιάς», λέει ο Μαρτινέζ. «Αυτό το πρότζεκτ μάς έδωσε την ευκαιρία να προσδιορίσουμε εκ νέου τον ρόλο μας ως μουσείου, να ξανασκεφτούμε με πιο αποκεντρωμένο βλέμμα τις αρχές του οικουμενισμού που υπαγόρευσαν τη δημιουργία του Λούβρου και να προγραμματίσουμε μακροπρόθεσμα, γιατί, εκεί που εμείς συνηθίζουμε να σκεπτόμαστε με βάση έναν πενταετή προγραμματισμό, τα Εμιράτα αναπτύσσουν το μουσείο για τα εγγόνια τους και μας έμαθαν να βάζουμε τους σπόρους με έναν ορίζοντα 100 ετών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βγαίνουμε πιο ανοιχτοί και πιο δυνατοί από αυτή την εμπειρία».

Ψηφιακή τέχνη

Από τα έργα της αρχαιότητας μέχρι τα πολύτιμα γαλλικά βασιλικά κοσμήματα, οι συλλογές του Λούβρου σταματούν στο 1848. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι οι σύγχρονες μορφές τέχνης δεν φτάνουν στις ψηλοτάβανες αίθουσές του. Το 2020, για παράδειγμα, το μουσείο παρουσίασε ένα έργο-παραγγελία κινητικής τέχνης του Elias Crespin, βασισμένο σε αλγόριθμους. Συγχρόνως, οι εξελίξεις στο παγκόσμιο χρηματιστήριο της τέχνης καλπάζουν. Σε πρόσφατη δημοπρασία του οίκου Christie’s, ένα one-off NFT (Non-fungible token), ψηφιακό έργο του καλλιτέχνη Bleeper, το οποίο βασίζεται στο κρυπτογραφικό σύστημα blockchain, πουλήθηκε στην τιμή των 69 εκατομμυρίων δολαρίων. «Τα NFTs είναι μια απάντηση απέναντι στον κίνδυνο πειρατείας των ψηφιακών έργων. Από τη μία μεριά δείχνουν όλη την εφευρετικότητα της εποχής μας και από την άλλη ότι το ψηφιακό δεν ξεφεύγει από την πληγή της πλαστογραφίας: ένα κακό παλιό όσο και η ίδια η τέχνη», σημειώνει ο Μαρτινέζ. «Παρακολουθούμε όλο αυτό με ενδιαφέρον, καθώς οι φόρμες της σύγχρονης τέχνης έχουν συχνά ένα μικρό προβάδισμα σε σχέση με τις αλλαγές στην κοινωνία μας». 

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την πρώτη εκείνη επίσκεψη του Μαρτινέζ στο Λούβρο. Όμως, η Νίκη της Σαμοθράκης στέκεται πάντα στην κορυφή της σκάλας Daru, όπου, υπό κανονικές συνθήκες, οι παιδικές φωνές ακούγονται καθημερινά. Καθώς ο ίδιος θέτει υποψηφιότητα για μια τρίτη –και τελευταία– θητεία, ποιες είναι οι σκέψεις του σήμερα για τον ρόλο των μουσείων;

«Παραφράζοντας τον Πολ Βαλερί, πιστεύω ότι “τα μουσεία, όπως και οι πολιτισμοί, είναι θνητά”. Θνητά, αν δεν καταφέρουν να αποδείξουν τη χρησιμότητά τους για την κοινωνία. Θνητά, επίσης, γιατί παρατηρούμε την εμφάνιση της αμφισβήτησης ακόμα και των αρχών του οικουμενικού μουσείου, του οποίου το Λούβρο είναι ένα αρχέτυπο», τονίζει ο Μαρτινέζ. «Κάποιοι πιστεύουν ότι είναι σκανδαλώδες ένα έργο να παρουσιάζεται κάπου αλλού εκτός από τη χώρα προέλευσής του. Άλλοι, στο όνομα αιτημάτων ταυτότητας και μνήμης, αμφισβητούν τη νομιμότητα των μουσείων να μιλούν για την ιστορία της τέχνης. Η απάντησή μας πρέπει να είναι να δείξουμε ότι ένα μουσείο στο οποίο παρουσιάζονται όλοι οι παγκόσμιοι πολιτισμοί είναι μια ευκαιρία. Ένα οικουμενικό μουσείο πρέπει να συγκεντρώνει τις γενιές, τους πολιτισμούς, τις μνήμες, με σκοπό να μειώσει κάποια κοινωνικά χάσματα. Είναι ένας τόπος όπου οι ανθρώπινες ιστορίες βασίζονται στην ιστορία της ανθρωπότητας. Τα μουσεία πρέπει να αποδείξουν ότι είναι απαραίτητα, γιατί είναι τόποι όπου δημιουργούνται δεσμοί, χώροι που ανακουφίζουν, υψώνουν και συμφιλιώνουν». 

Καθώς πολλά αλλάζουν, ο Μαρτινέζ κρατάει εκείνα που παραμένουν αναλλοίωτα. Όπως η σχέση του με την Ελλάδα, την οποία επισκέπτεται συχνά. Τι κρατάει από τα χρόνια του στη Γαλλική Σχολή Αθηνών και τις ανασκαφές στις οποίες συμμετείχε;

«Είναι μια περίοδος που σημάδεψε τη ζωή μου, σε επαγγελματικό και ανθρώπινο επίπεδο. Η ανασκαφή είναι μια υπέροχη εμπειρία: ένα τετ-α-τετ με την Ιστορία, ένας τρόπος να φωτίσεις εποχές των οποίων η κληρονομιά, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με την Ελλάδα, παραμένει ζωντανή αλλά και συγχρόνως μερικώς ξεχασμένη ή ακατανόητη. Το να εξηγείς τους καιρούς που έχουν παρέλθει είναι μια συναρπαστική αποστολή, την οποία κάνουμε ομαδικά, μαζί με πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους.

Έμαθα πολλά και συνεχίζω να μαθαίνω στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, η οποία είναι μια σχολή ζωής για μένα», τονίζει ο Μαρτινέζ. «Επιπλέον, αγαπώ βαθιά την Ελλάδα, τους κατοίκους της, τη γλώσσα, τα τοπία μεταξύ βουνού και θάλασσας, τα κυπαρίσσια που ανταγωνίζονται τις αρχαίες κολόνες. Υπάρχει μια έντονη ποίηση σε αυτή τη γη, η οποία πάει πάντα κατευθείαν στην καρδιά μου. Όταν έρχομαι στην Ελλάδα, έχω λίγο την αίσθηση ότι επιστρέφω σπίτι».

Ποιες είναι οι τρεις αγαπημένες σας ελληνικές αρχαιότητες;

stin-ellada-niotho-san-na-epistrefo-spiti4
© Musιe du Louvre, dist. RMN – Grand Palais / Daniel Lebιe et Carine Deambrosis

Δύο από αυτές είναι αναπόφευκτες, καθώς πρόκειται για τα απόλυτα αριστουργήματα: η Αφροδίτη της Μήλου και η Νίκη της Σαμοθράκης, ίσως οι δύο ωραιότερες πρέσβειρες της ελληνικής τέχνης στη Γαλλία και στον κόσμο. Όμως, έχω και μια ιδιαίτερη αγάπη στα γλυπτά του ναού του Δία στην Ολυμπία. Το Λούβρο έχει την τύχη να διατηρεί τμήματα από τις μετόπες που απεικονίζουν τον άθλο του Ηρακλή με τον Κνώσιο Ταύρο (φωτογραφία) και εκείνη με την Αθηνά. Για μένα, πρόκειται για την κορυφή της ελληνικής γλυπτικής. Επιπλέον, αυτά τα έργα δωρήθηκαν από την ελληνική Γερουσία το 1829, ως ευχαριστία για τη βοήθεια της Γαλλίας στον ελληνικό αγώνα της ανεξαρτησίας. Είναι υπέροχοι πρεσβευτές των πολύ ισχυρών δεσμών που ενώνουν τις δύο χώρες μας και υπενθυμίζουν κάθε μέρα την ευθύνη και την τιμή που έχουμε να διατηρούμε ένα μέρος της ελληνικής κληρονομιάς στη Γαλλία!