ΤΑΞΙΔΙΑ

Με το βλέμμα στην Ελλάδα

nikos-pilos001

H Γαλλίδα δημοσιογράφος Claire Meynial αναζητά στη χώρα μας το αύριο του τουρισμού.

Η ανταποκρίτρια του εβδομαδιαίου γαλλικού περιοδικού Le Point, Claire Meynial, είναι μεταξύ των ξένων ανταποκριτών που στρέφονται τις τελευταίες εβδομάδες στη χώρα μας, αναζητώντας το θετικό στίγμα του καλοκαιριού έπειτα από τρεις μήνες αστείρευτης καταγραφής αρνητικών νέων. Η προσωπική της ιστορία είναι αρκετά παράδοξη, αντιπροσωπευτική βέβαια των καιρών. Ανταποκρίτρια σε χώρες της Αφρικής σε ζητήματα οικονομίας της μετανάστευσης και στη Λατινική Αμερική, τους τελευταίους μήνες κατέληξε στην Ευρώπη, καθώς είναι η μοναδική δημοσιογράφος που θέλει να ταξιδεύει. «Έχοντας περάσει τον κορωνοϊό, βρίσκομαι πλέον σε πλεονεκτική θέση! Μάλιστα τον κόλλησα στην Ελλάδα αρχές Μαρτίου, όταν είχα έρθει στη Μόρια για να καλύψω το μεταναστευτικό ζήτημα. Η μεταφράστριά μου ασθένησε πρώτη κι εγώ ανέπτυξα ελαφριά συμπτώματα που εξελίχθηκαν κατά την επιστροφή μου στη Γαλλία. Ευτυχώς, όσο βρισκόμουν στο camp, είχα χαμηλό κίνδυνο μετάδοσης του ιού και πράγματι ανακουφίστηκα που δεν κόλλησα κανέναν από τους πρόσφυγες με τους οποίους ήρθα σε επαφή». Εξασφαλίζοντας έτσι τα πολυπόθητα για όλους αντισώματα, ταξιδεύει ακίνδυνα και στη διάρκεια της κρίσης βρέθηκε στη Σουηδία, στη Δανία και τώρα στην Ελλάδα.

Την εβδομάδα που πέρασε, κινήθηκε μεταξύ Αθήνας και Σαντορίνης, με στόχο να καταγράψει το άνοιγμα του τουρισμού, αλλά και το κλίμα που επικρατεί μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων. «Μετά την υποδειγματική διαχείριση της κρίσης του COVID-19, η Ελλάδα γίνεται πηγή έμπνευσης για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Είναι η πρώτη χώρα που “ανοίγει” τουριστικά και το βλέμμα όλων στρέφεται εδώ, καθώς την ίδια ώρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αδυνατούμε να διαμορφώσουμε κοινούς ταξιδιωτικούς κανόνες. Ποιοι θα είναι οι όροι; Ποια πρωτόκολλα θα ισχύσουν ώστε να παραμείνουν οι ταξιδιώτες ασφαλείς; Πώς θα γίνει η επανεκκίνηση της οικονομίας; Μην ξεχνάμε πως ο τουρισμός είναι ένα ισχυρό κομμάτι όλης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η Ελλάδα απαντά πρώτη».


Οία, Σαντορίνη © REUTERS/ALKIS KONSTANTINIDIS/FILE PHOTO 

Επέλεξε να ταξιδέψει στη Σαντορίνη, καθώς είναι ένας προορισμός που λειτουργεί πλέον δώδεκα μήνες τον χρόνο και η οικονομία της εξαρτάται κατά 95% από τον τουρισμό. «Την πρώτη φορά που επισκέφτηκα το νησί, πριν από οκτώ χρόνια, ήταν μια εμπειρία διαφορετική. Θυμάμαι την εντυπωσιακή άφιξη με το πλοίο, πόσο όμορφα ήταν, όμως η συνέχεια ήταν εφιαλτική. Απίστευτο μποτιλιάρισμα, άσχημα μισοτελειωμένα σπίτια, αποκρουστική φασαρία στα Φηρά και χιλιάδες κόσμου να συνωστίζεται για ένα ηλιοβασίλεμα. Τώρα βρήκα ένα άλλο νησί. Η Οία ήταν άδεια, παντού ησυχία, και ξαφνικά φάνηκε να δημιουργείται ένας χώρος για να δεις κι άλλα πράγματα, που πάντα βέβαια ήταν εκεί, αλλά δεν τους έδινες τόση σημασία: οι αρχαιολογικοί χώροι, το υπέροχο κρασί, οι ενδιαφέροντες άνθρωποι. Και αυτή είναι μια καλή στιγμή, πιστεύω, να σκεφτεί κανείς τι τουρισμό θέλει τελικά. Με αρκετούς από αυτούς που συνομίλησα φαίνεται να επεξεργάζονται αυτή την προοπτική. Ίσως όχι τόσο οι ξενοδόχοι, αν και η αλήθεια είναι ότι λίγο πολύ οι περισσότεροι είναι και ξενοδόχοι. Είναι μια ευθύνη που δεν βαραίνει μόνο τους κατοίκους του νησιού και του κάθε κορεσμένου τουριστικού προορισμού, αλλά και εμάς τους ταξιδιώτες που καταναλώνουμε τόπους».

Ανεξάρτητα όμως από τις σκέψεις και τους προβληματισμούς, το μεγάλο ερώτημα παραμένει: θα έρθουν τελικά οι τουρίστες; «Ένας από τους υπουργούς μας δήλωσε πρόσφατα ότι οι διακοπές φέτος έχουν χρώμα μπλε-κόκκινο-λευκό, υπονοώντας ότι οι Γάλλοι θα πρέπει να μείνουν στη χώρα τους». Στη Γαλλία, όπως μου λέει η ίδια, επικρατεί κλίμα φόβου, είναι πολύ δύσκολο να προβλέψει κανείς πώς θα κινηθούν οι ταξιδιώτες. «Πιστεύω βέβαια πως αυτός ο φόβος που επικρατεί ενεργοποιήθηκε και από ένα έλλειμμα κοινωνικής και πολιτικής εμπιστοσύνης που υπάρχει αυτή τη στιγμή στη χώρα. Σε αντίθεση –για παράδειγμα– με τη Σουηδία, της οποίας το μοντέλο (επιτυχημένο ή όχι απομένει να αποδειχθεί) στηρίχθηκε ακριβώς σε έναν άξονα εμπιστοσύνης: από τους πολίτες προς το κράτος, από το κράτος προς τους πολίτες και μεταξύ των πολιτών».

Στο κλίμα αυτό έρχονται να προστεθούν και οι αντικρουόμενες ή συγκεχυμένες πληροφορίες αναφορικά με την προστασία από τον ιό. «Στη Δανία, για παράδειγμα, συμβουλεύουν ενάντια στη μάσκα, ότι δεν είναι ασφαλές να τη φοράς εάν δεν είσαι γιατρός, και από την άλλη σού λένε ότι, εάν αγγίξεις μια ντομάτα που την έχει αγγίξει κάποιος άλλος που φέρει τον ιό, μπορεί να μολυνθείς».

Για την ίδια, αυτό που μπορεί να προσελκύσει το φετινό καλοκαίρι τους ταξιδιώτες είναι μια ισορροπία μεταξύ κανονισμών και προσωπικής χαλάρωσης. «Δεν μπορεί οι διακοπές να μοιάζουν με εξαναγκασμό, δεν μπορεί όμως και να αγνοήσουμε τον ιό.

Στο ένα άκρο γνώρισα έναν ξενοδόχο που είχε βάλει πλέξιγκλας μεταξύ των καθισμάτων στον χώρο του μπουφέ και μετά τα έβγαλε, γιατί κατάλαβε πως αυτό δεν είναι και τόσο φιλικό. Στο άλλο άκρο γνώρισα έναν σερβιτόρο που με ρώτησε εάν πιστεύω ότι υπάρχει στην πραγματικότητα ο ιός. Του απάντησα πως η ίδια το πέρασα και γνωρίζω προσωπικά ανθρώπους που πέθαναν από τον ιό, και κάπως πιστεύω ότι πείστηκε τελικά».