ΤΑΞΙΔΙΑ

Νεοφώτιστοι και παλιοί φυσιολάτρες

Η πανδημία έκανε τη γενιά μας να «ξαναμετρήσει» τη σχέση της με τη φύση.

neofotistoi-kai-palioi-fysiolatres-561533605

Ελάχιστοι ήταν οι αφοσιωμένοι φίλοι της υπαίθρου μέχρι πρόσφατα. Μια μικρή κοινότητα ανθρώπων που μεγάλωνε με αργούς ρυθμούς ήταν οι φυσιολάτρες της πατρίδας μας, μετρημένοι μέσα σε λίγους ορειβατικούς συλλόγους, παρέες και ηλικιωμένους που γίνονταν περιπατητές μετά από σύσταση γιατρού. Και μετά ήρθε η πανδημία. To lockdown ώθησε μαζικά τους ανθρώπους των πόλεων στη φύση. Οι τέσσερις τοίχοι έγιναν αφόρητοι, το άστυ με κλειστά τα μαγαζιά πληκτικό. Σαν η ρόδα, πάνω στην οποία τα «ποντίκια» είχαν συνηθίσει να τρέχουν καλοκουρδισμένα ‒σπίτι, δουλειά, ψώνια, ταβέρνες, ποτάδικα‒, να σταμάτησε, το πορτάκι να άνοιξε και ξαφνικά να βρέθηκαν στο πραγματικά φυσικό τους περιβάλλον! Τα πάρκα ασφυκτιούσαν, τα βουνά γέμισαν περιπατητές και οι ποδήλατες έγιναν οι νέοι ιππότες της ασφάλτου.

Οι «παλιοί» λάτρεις του περιαστικού τοπίου δεν υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά τους «νεοφώτιστους». Έχοντας εμπεδώσει έναν τρόπο ζωής που απέφευγε τη μαζική κουλτούρα και ταυτόχρονα εναντιωνόταν με έναν ιδιότυπο τρόπο στο οικονομικό σύστημα (η φύση δεν καταναλώνεται), είδαν το βασίλειό τους να απειλείται και την άγραφη βίβλο καλών τρόπων του φυσιολάτρη να γίνεται κουρελόχαρτο. Το να χαιρετάς τους περαστικούς διαβάτες, να δίνεις τόπο σε αυτούς που ανηφορίζουν το μονοπάτι και προτεραιότητα στον περιπατητή ως ποδηλάτης, να κάνεις πικνίκ λιτά και με διακριτικότητα, να αποθηκεύεις τα σκουπίδια σου και άλλα τόσα δικά τους αυτονόητα, έγιναν μέσα σε λίγους μήνες παρωχημένες ιδεοληψίες μιας μειονότητας.

Τα σκιερά παγκάκια καταλαμβάνονταν από σακούλες με ντελίβερι, οι κεντρικοί δρόμοι στον Υμηττό και στην Πάρνηθα αποκλείονταν από διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα, τα μονοπάτια βούιζαν από παρέες με ηχεία στη διαπασών, άλλοι έκαναν πικνίκ σε φρεσκοανθισμένα λιβάδια και άλλοι ξήλωναν ενθουσιασμένοι ολόκληρες συστάδες με αγριολούλουδα. Στο πέρασμά τους άφηναν πίσω πλαστικά από καφέδες, αποτσίγαρα και σωρούς από σκουπίδια. Δευτέρα πρωί τα βουνά της Αττικής έμοιαζαν με μπουζουξίδικο Κυριακή ξημερώματα. Και όμως, μέσα σε όλη αυτή την ασυνείδητη εισβολή στην οποία είχαν επιδοθεί οι «νεοφώτιστοι» μεταφέροντας τον τρόπο ζωής τους από το τσιμέντο στο χώμα, οι ίδιοι δήλωναν ευτυχισμένοι στην τοποθεσία «φύση» μέσα στα κοινωνικά δίκτυα (που με τόσο πράσινο στους ψηφιακούς τοίχους σχεδόν πίστευες ότι μένεις στην Ελβετία).

Εύκολα θα μπορούσες να αποδώσεις όλη αυτή τη στάση και συμπεριφορά στην έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων και καλών τρόπων που διαπερνά την ελληνική κοινωνία. Εμένα, πάλι, όλη αυτή η κατάσταση μου θύμιζε περισσότερο μια κωμική ιστορία από τα φοιτητικά μου χρόνια, όταν βρεθήκαμε μια παρέα νεαρών συμφοιτητών καλεσμένοι στην έπαυλη μιας ευγενούς και ευγενικής συμφοιτήτριάς μας για τα γενέθλιά της. Σε αυτό το πρωτόγνωρο για όλους μας περιβάλλον θυμάμαι ακόμη έναν από τους παρισταμένους στη γιορτή να λέει συνέχεια στη φίλη του «φάε από αυτά, είναι ακριβά», ενώ καταβρόχθιζε με βουλιμία κάτι εξωτικούς ξηρούς καρπούς. Άλλος έβαλε στην τσέπη του το χαρτί τουαλέτας γιατί είχε ωραία σχέδια. Κι άλλοι είχαν οργανώσει ένα άτυπο debate για το πόσο κάνει το ένα και πόσο το άλλο αντικείμενο μέσα στο σπίτι. Όταν δε καθίσαμε μπροστά στα σερβίτσια με τα πέντε σετ μαχαιροπίρουνα, έγινε της μουρλής! Η καημένη η οικοδέσποινα, σοκαρισμένη που οι καλεσμένοι της «δεν είχαν καλούς τρόπους», μοίραζε στωικά χαμόγελα. Τόσο από «άλλους κόσμους» είναι οι παλιοί και οι νέοι φυσιολάτρες (αφαιρώντας το ταξικό πρόσημο). 

Πέρα όμως από τις διαφορές μεταξύ όσων αναγκάστηκαν να βρεθούν στην ύπαιθρο λόγω καραντίνας και όσων βρίσκονταν ήδη εκεί από επιλογή, όλους μάς ενώνει η κοινή μας ιστορία. Από τις γενιές που είχαν μια ζωτική σχέση με τη φύση, τότε που οι άνθρωποι βιοπορίζονταν από τα ζώα τους, τα κτήματα και τα δάση, περάσαμε στην περίοδο της αστυφιλίας, όπου δημιουργήθηκε ένα ασυμβίβαστο μεταξύ της μόρφωσης και της αγροκτηνοτροφικής ζωής. Πόσα παιδιά τότε (ηλικιωμένοι σήμερα) δεν μίσησαν την «απαιτητική» φύση που τα κράτησε κοντά της αμόρφωτα. Και κάπως έτσι φτάσαμε στη γενιά μας: τα παιδιά της πόλης. «Αποστασιοποιημένοι» από τη γη αλλά με γονείς που γεννήθηκαν σε χωριά, μάθαμε να φυτεύουμε έναν βασιλικό όταν βγήκαν τα περιοδικά κηπουρικής και αγαπήσαμε (ορισμένοι) ξανά τη φύση μέσα από ψυχαγωγικές δραστηριότητες – περπατήματα, αναρρίχηση και δεν συμμαζεύεται. 

Με αυτές τις σκέψεις και τον πόνο από τις φωτιές που σιγοκαίει ακόμη την ψυχή μας, φέτος το φθινόπωρο που επιστρέφουμε στη «ρόδα» μας, είναι σαφές πως, εάν υπάρξει και φέτος καραντίνα, θα έχουμε 1.300.000 στρέμματα δάσους λιγότερα για να χωρέσουμε όλα τα «ποντίκια» που θα πέσουν από τη ρόδα. Κρατώντας στο μυαλό μας αυτό το σημαντικό «άυλο» που καταλάβαμε πλέον όλοι πως μας προσφέρει η φύση, είναι η ώρα να ανοίξουμε από κοινού, παλιοί και νέοι της υπαίθρου, την πιο σημαντική συζήτηση της δεκαετίας ενόψει της κλιματικής αλλαγής που έχει κυριαρχήσει στον διεθνή πολιτικό διάλογο. Έχουμε το δικαίωμα να υποστηρίζουμε ότι ένα οικοσύστημα ή ένα τοπίο αξίζει να υπάρχει, γιατί απλά μας προσφέρει μνήμες, διαφυγή, απόλαυση ή θαυμασμό; Έχουμε δικαίωμα να ορίσουμε και να μετρήσουμε τη «φαντασιακή» του αξία; Ή τελικά η φύση κοστολογείται μόνο σε αριθμούς απόδοσης; Αποδόσεις τουριστικών μονάδων έναντι του κυκλαδικού τοπίου, οικόπεδα για ανεμογεννήτριες έναντι βουνών και νησιών, αναδασώσεις έναντι άλλων χρήσεων γης; Την απάντηση, φυσικά, την ξέρουμε. Η φύση αυτή καθαυτήν προσφέρει χαμηλά ποσοστά απόδοσης σε σύγκριση με τις επενδύσεις. Το θέμα είναι εάν εμείς θέλουμε να επιτρέψουμε να μετατοπιστεί η συζήτηση από την αξία στις αποδόσεις.