ΤΑΞΙΔΙΑ

Χαμένοι στη μετάφραση, στους Δολομίτες

Στο Νότιο Τιρόλο ανακαλύψαμε με πόσους τρόπους μπορείς να συνεννοηθείς, αρκεί να μην το παρακάνεις.

Χαμένοι στη μετάφραση, στους Δολομίτες

Από τη στιγμή που φτάσαμε στο Νότιο Τιρόλο, οι γλώσσες έγιναν ένα κουβάρι. Αυτή η αυτόνομη περιοχή στο βορειότερο άκρο της Ιταλίας, που συνορεύει με την Αυστρία και την Ελβετία, δεν διαφέρει σε τίποτε από άλλους συνοριακούς τόπους. Είναι ένα χωνευτήρι ιστορίας, εθίμων, κουλτούρας και γαστρονομίας. Μια γκρίζα ζώνη των εθνικισμών. Ένας τόπος πονεμένος από εσωτερικές διαμάχες –πεδίο κάποτε σύγκρουσης φασισμού και ναζισμού– που μόλις πρόσφατα έχουν αμβλυνθεί. Για τον ταξιδιώτη είναι ένα μάθημα για την καθημερινότητα της συμβίωσης με το διαφορετικό. 

Οι περισσότεροι κάτοικοι μιλούν γερμανικά, λιγότεροι ιταλικά, όλοι γνωρίζουν και τις δύο σε έναν βαθμό και πολλοί μιλάνε την τοπική γλώσσα Ladin. Δεν είμαι καμιά μετρ πολυγλωσσίας, αλλά με ένα μείγμα αγγλικών, μέτριων γαλλικών και ακόμα πιο μέτριων γερμανικών, τα κουτσοκαταφέρνω να συνεννοούμαι: guten morgen, buongiorno και bun dé εναλλάξ, και ό,τι πιάσει. Η Ρόσα όμως είναι ανήσυχη. «Τι λες και τι λες». Έχει κολλήσει πάνω μου από όταν φτάσαμε, σε μια ανεξήγητη ηλικιακή παλινδρόμηση. Αλλά, καθώς είναι εσωστρεφής και ξέρω ότι δεν θα βγάλω άκρη, αφήνω τις συνθήκες να ωριμάσουν. «Τσουκαρέλα*, θα περάσει», επαναλαμβάνω τη φράση σαν μάντρα. Δεν αντέχω να με ακολουθεί κατά πόδας ένα κορίτσι 10 χρονών! 

Χαμένοι στη μετάφραση, στους Δολομίτες-1

Όπως είναι γνωστό, τα παιδιά αποφασίζουν να μιλήσουν όταν εσύ (ο γονιός) χαλαρώνεις και δεν έχεις καμία όρεξη να υποστείς έναν ορυμαγδό ερωτήσεων που κατά έναν μαγικό τρόπο πάντα καταλήγουν στις πιο απρόσμενες απορίες για το σεξ και τον θάνατο. Αυτή η φορά δεν έμελλε να είναι η εξαίρεση κι έτσι, την ώρα που περπατούσαμε και απολάμβανα τη θέα στις πιο συγκλονιστικές κορυφές των Δολομιτών χωρίς να βρίσκω κοσμητικά επίθετα να τις χωρέσω, ήρθε το «μαμά, θέλω να μιλήσουμε». Κατάπια την κραυγή «εγώ δεν θέλω!» και μπήκα σε εγρήγορση.

— Λοιπόν, έρχεται ένας Κινέζος στην Ελλάδα και δεν μιλάει ελληνικά. Μπαίνει στο ταξί και δεν ξέρει πώς να πει πού θα πάει. Τι γίνεται, ξέρεις;
— Μπορεί να μιλήσει αγγλικά, που είναι μια πιο διεθνής γλώσσα, και να συνεννοηθούν.
— Δεν μιλάει άλλη γλώσσα. Μόνο κινέζικα. Δεν διαβάζει τις ταμπέλες. Δεν ξέρει λατινικούς χαρακτήρες. Το τηλέφωνό του βγάζει μόνο κινέζικα. Τι γίνεται;
— Υπάρχουν online λεξικά, βάζει τα κινέζικα και του βγάζει ελληνικά ή αγγλικά και συνεννοείται.
— Δεν έχει κινητό.
— Ε, εντάξει, τι να σου πω, αν δεν έχει κινητό… κάνει παντομίμα!

Χαμένοι στη μετάφραση, στους Δολομίτες-2

Γελάμε προσπαθώντας να αναπαραστήσουμε πώς θα περιγράφαμε στον ταξιτζή να μας πάει στην Ακρόπολη. Αναστενάζω ανακουφισμένη που αυτή τη φορά τη γλίτωσα με ένα ανέκδοτο κι έτσι μπορούσα να επιστρέψω στο μεγαλείο που ονομάζεται Δολομίτες! Αλλά κι εκείνη φάνηκε να αποδέχεται τα προβλήματα επικοινωνίας κι έτρεξε, επιτέλους, με τα παιδιά της παρέας να μοιραστεί τον ενθουσιασμό και την ξενοιασιά, καθώς, σε αντίθεση με πολλά ελληνικά βουνά, τα μονοπάτια εδώ είναι πλατιά, πολυσύχναστα και καλά σηματοδοτημένα. 

Καθώς διασχίζουμε το μονοπάτι Adolf Munkel μέσα στο πάρκο Puez-Odle, πάνω από τα κεφάλια μας, ανάμεσα στα μαυρόπευκα και στις ρεματιές, υψώνονται οι βράχινοι τοίχοι με το οδοντωτό προφίλ, η οροσειρά Odle (που στα λατινικά σημαίνει «βελόνες»), η πιο όμορφη των Δολομιτών. Ο ορεινός όγκος που χωρίζει τις κοιλάδες Val di Funes και Val Gardena καταλήγει στην ψηλότερη και διασημότερη κορυφή, το Sass Rigais (3.025 μ.). Εδώ χτυπά η καρδιά των Άλπεων, εδώ γεννήθηκε ο Reinhold Messner, ένας από τους πιο διάσημους αλπινιστές στον κόσμο, είναι μια γειτονιά της Γηραιάς Ηπείρου στην οποία αξίζει να βρεθεί κανείς για μία φορά στη ζωή του. 

Χαμένοι στη μετάφραση, στους Δολομίτες-3

Κάνουμε διάλειμμα στο καταφύγιο Geisleralm για λουκάνικα και μπίρες. Μελαγχολία με πιάνει με όλα αυτά τα πράγματα που δεν κοστίζουν, αλλά προσφέρουν απόλαυση σε παιδιά και μεγάλους και λείπουν στην ορεινή Ελλάδα: γλάστρες με λουλούδια, απλά ξύλινα παιχνίδια, πεντακάθαρα κοινόχρηστα τραπέζια και ευγένεια. Μοιραζόμαστε το τραπέζι με έναν ντόπιο ονόματι Αντρέα. Παρά τις φιλικές μας διαθέσεις, η συνεννόηση αποδεικνύεται ένα σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Ο ίδιος μιλάει την τοπική γλώσσα, καλά γερμανικά και λίγα ιταλικά. Η φίλη μου βάζει στη σειρά όσα ιταλικά έμαθε τον τελευταίο χρόνο μέσα στην καραντίνα, εγώ καταβάλλω υπεράνθρωπες προσπάθειες να ανασύρω τα γερμανικά μου, που κοιμούνται βαθιά μέσα σε κάποια εγκεφαλικά κύτταρα, και οι άνδρες της παρέας μιλάνε τη γλώσσα του αλκοόλ. Βγάζει αυτός μια γκράπα από το σακίδιο, βγάζουν αυτοί το τσίπουρο από το δικό τους και ανταλλάσσουν πληροφορίες στη νοηματική. Εκείνος θυμάται τη Μύκονο που επισκέφτηκε πριν από 20 χρόνια με τα παιδιά του, εμείς μαθαίνουμε ιστορίες από το Νότιο Τιρόλο, εκείνος μιλάει γερμανικά, εγώ μεταφράζω ελληνικά, η φίλη μου του κάνει ερωτήσεις στα ιταλικά και μέσα σε αυτόν τον μύλο μαθαίνουμε τόσα πράγματα ο ένας για τον άλλο, που κανένας ταξιδιωτικός οδηγός ποτέ δεν θα χωρούσε. Σε αυτό το σημείο φτάνει και η Ρόσα, ο Αντρέα προσπαθεί να της συστηθεί στα ελληνικά, η Ρόσα ξεκινάει παντομίμα, αλλά η Τζίνα έρχεται φουριόζα και διακόπτει αυτόν τον Πύργο της Βαβέλ. Μας τραβάει να φύγουμε, έχει γνωρίσει ένα, επίσης εξάχρονο, αγόρι Ιταλό –με το οποίο μάλλον μίλησαν τη γλώσσα της αγάπης, αγκαλίτσες και καρδούλες– και την έχει καλέσει σπίτι του να παίξουν.

Είναι το δώρο ενός ταξιδιού να ενστερνίζεσαι τη διαφορετικότητα, εκτός από το να βλέπεις αξιοθέατα, ακόμα κι αν αυτά είναι οι Δολομίτες. Βρήκα την ευκαιρία να μιλήσω με τα παιδιά για το πώς τα ταξίδια μάς επαναπροσδιορίζουν, πώς η φαντασία γίνεται το ισχυρότερο όπλο επιβίωσης του ταξιδιώτη και πώς ο κόσμος είναι τόσο μεγάλος. Και κάπου εκεί παρασύρθηκα και ξεκίνησα ένα λογύδριο για την ετερότητα και την αποτυχία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Τζίνα επέμενε με κάθε τρόπο να με διακόπτει, έχασα κι εγώ τον οίστρο μου. «Τι θες πια; Μιλάω!» ύψωσα τον τόνο της φωνής μου. «Στην Αθήνα τι γλώσσα μιλάνε;» ρώτησε απορημένη. Και κάπως έτσι η διάθεσή μου να αναγάγω αυτή την πολύτιμη εμπειρία σε μάθημα πολιτικής αγωγής κόπασε. Και ξεκινήσαμε πάλι από τα βασικά: Guten morgen, buongiorno, bun dé.

* «Τσούκα» στη γλώσσα των Βλάχων της Ηπείρου σημαίνει «κορυφή». Η Τσουκαρέλα (2.295 μ.), η Τσούκα Ρόσα (1.987 μ.) και η Τσούκα Τζίνα (1.833 μ.) είναι τρεις κορυφές των βουνών της Πίνδου με βοσκότοπους, ορεινές διαδρομές και περιπάτους που αξίζει κανείς να ανακαλύψει. 

Χαμένοι στη μετάφραση, στους Δολομίτες-4
© ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

⬤ Το Νότιο Τιρόλο (ή Μπολζάνο-Άλτο Άντιτζε) είναι μια περιοχή εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς, με γραφικά αλπικά χωριά, δάση, εντυπωσιακές λίμνες και φυσικά τους Δολομίτες, ένα Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Η κάθε περιοχή έχει τα δικά της αξιοθέατα και μπορείτε να ξεκινήσετε την αναζήτηση στο suedtirol.info. 
⬤ Στην περιοχή Val di Funes (villnoess.com), όπου βρίσκεται η περιπατητική διαδρομή που αναφέρεται στο κείμενο, αξίζει επίσης κανείς να επισκεφτεί τα εκκλησάκια St. Magdalena και St. Johann, που βρίσκονται σε καταπληκτικά σημεία θέας. Πολύ καλή πρόσβαση έχετε σε 45 λεπτά από το Μπολζάνο και σε 30 λεπτά από το Mπρίξεν, συνεπώς μπορείτε να επιλέξετε τις συγκεκριμένες πόλεις για τη διαμονή σας. 
⬤ Το μονοπάτι Adlof Munkel είναι μια διάσημη, εύκολη για παιδιά, διαδρομή με αφετηρία τον χώρο στάθμευσης Zanser Alm/Malga Zannes (1.685 μ.). Πρώτα περπατάτε κατά μήκος του μονοπατιού Νο 6 προς Tschantschenon/Ciancenon μέχρι να φτάσετε στη γέφυρα, στρίβετε δεξιά και ακολουθείτε το μονοπάτι Adolf Munkel, No 35 μέχρι τα καταφύγια Gschnagenhardt και Geisleralm/Rifugio delle Odle. Στη συνέχεια, το μονοπάτι Νο 36 περνάει κατηφορικό από το καταφύγιο Dusler και καταλήγει πίσω στο Zanser Alm/Malga Zannes (μήκος περιήγησης: 9 χλμ., διάρκεια: 3 ώρες, αριθμοί διαδρομής: 6, 35, 36).