ΤΑΞΙΔΙΑ

Γεφυρώνοντας το χάσμα των γενεών στη Βαμβακού

gefyronontas-to-chasma-ton-geneon-sti-vamvakoy-561602257

Όταν μας πιάνει το ψιλόβροχο, έχουμε ήδη μπει μέσα στο ρέμα και χαζεύουμε όλες τις αποχρώσεις μεταξύ κίτρινου και πράσινου που μπορεί να υπάρξουν σε ένα πλατάνι. Ο χρόνος για να φτάσουμε στον προορισμό μας, στο σπηλαιομονάστηρο της Αγίας Κυριακής, σε σχέση με την αρχή του μονοπατιού, στην είσοδο του χωριού της Βαμβακούς, είναι υπέρ μας, κι έτσι ανοίγουμε βήμα μπροστά. Το ρέμα κυλάει πια σε ένα ανοιχτό πεδίο και τα πλατάνια διαδέχονται κατάφυτες πλαγιές με πανύψηλα σκουροπράσινα έλατα. Ένα χρωματικό υπερθέαμα που με κάνει να απορώ γιατί είναι τόσο υποτιμημένο στη συνείδησή μας το φθινόπωρο.  

«Ένα drone!» με αιφνιδιάζει η Ρόσα και μου δείχνει ψηλά στον ουρανό. «Τι drone, παιδί μου», αντιγυρίζω, «αετός είναι!». Χαμογελάει στραβά κι εγώ πέφτω σε περισυλλογή: Της είναι πιο οικείο το drone από το πουλί; Ή, ακόμα χειρότερα, το drone είναι πιο εντυπωσιακό ακόμα και από έναν αετό; Θέλω να πω κάτι υποτιμητικό, του τύπου «η γενιά σου έχει καεί από την τεχνολογία», αλλά συγκρατούμαι. Ξέρω πως την πρώτη φορά που θα ακουστεί από το στόμα μου η φράση «εμείς στην ηλικία σου…» θα έχω επισημοποιήσει το χάσμα των γενεών και θα έχει φτάσει η στιγμή να παραδεχτώ (στον εαυτό μου πρώτα) ότι έφτασε ο καιρός να σταθώ στην άκρη για να περάσουν οι νεότεροι. Φυσικά και την περίμενα αυτή την εξέλιξη, κάπως αργότερα όμως, όταν ας πούμε η Ρόσα θα γινόταν δεκαπέντε. Αλλά εκείνη είναι μόλις δέκα ετών και τα σημάδια πως ξεμακραίνουμε η μία από την άλλη γίνονται όλο και πιο έντονα. Πόσο γρήγορα μεγαλώνει αυτή η γενιά. 

gefyronontas-to-chasma-ton-geneon-sti-vamvakoy0

Βυθισμένη στις σκέψεις μου, ούτε που παίρνω χαμπάρι πως φτάσαμε στον προορισμό μας. «Είναι σαν τον πύργο στο Χάρι Πότερ, έτσι;» με επαναφέρει η Ρόσα στην πραγματικότητα. Μια στιγμιαία ανακούφιση. Τουλάχιστον το μέρος προσφέρει σημεία αναφοράς που εξάπτουν τη φαντασία. Ηρωίδα της είναι η σπασίκλα Ερμιόνη και όχι καμιά σταρ του tik tok. Ως πότε όμως; Σε κάθε περίπτωση, το εγκαταλελειμμένο σπηλαιομονάστηρο είναι εντυπωσιακό. Φωλιασμένο σε ένα κοίλωμα του βράχου, εποπτεύει την περιοχή, αλλά και στο εσωτερικό του ναού η ατμόσφαιρα είναι κατανυκτική – ξυπνά την ανάγκη για προσευχή, ακόμα κι αν είσαι άθεος. Με τις ευχές μας για υγεία και μια νέα έκδοση της J. K. Rowling, παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής. Σχεδόν τρέχουμε, καθώς ο καιρός έχει κλείσει για τα καλά και επιπλέον έχουμε να προλάβουμε το πανηγύρι στο χωριό. 

Οι δρόμοι της Βαμβακούς έχουν γεμίσει ντόπιους, παρά τη φθινοπωρινή μπόρα. Στο κεντρικό καλντερίμι έχουν στηθεί πάγκοι με μέλια, βότανα, καρύδια και κάστανα – ό,τι χρειάζεται κανείς για να γεμίσει τα ντουλάπια του σπιτιού του με χειμωνιάτικες λιχουδιές. Η πλατεία έχει καλυφθεί από τα τραπέζια που έχουν ετοιμαστεί για τη γιορτή και οι μαγείρισσες προσφέρουν το παραδοσιακό πιάτο της περιοχής –χοιρινό γκιούλμπασι στη λαδόκολλα–, χοντροκομμένες πατάτες στον φούρνο και σαλάτα με πράσινα λαχανικά εποχής. Μαζί με τα κρασιά και τα τσίπουρα νέας εσοδείας, μπαίνουν και τα όργανα. 

gefyronontas-to-chasma-ton-geneon-sti-vamvakoy2

Οι γιορτές της υπαίθρου, ιδιαίτερα τον χειμώνα, είναι ένας ύμνος στη δύναμη της κοινότητας. Χορευτές και μουσικοί, νεαρά κορίτσια και αγόρια, κουβαλούν σήμερα στους ώμους τους το φορτίο της ιστορίας και το βάρος της παράδοσης. Τους φαντάζομαι να μαζεύονται στα χωριά και στις επαρχιακές πόλεις απογεύματα με παγωνιά σε υποφωτισμένες κοινοτικές αίθουσες για πρόβες. Η επικοινωνία τους μέσα από την τεχνολογία, που πλέον όλους μάς ενώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μένει για λίγο στην άκρη και συνομιλούν οι ρίζες, οι καρδιές, οι πρόγονοι. 

Αυτοί οι αληθινοί θεματοφύλακες του λαϊκού πολιτισμού είναι σήμερα εδώ μπροστά μας και εξωτερικεύουν το κοινό αίσθημα, την πίκρα και τη χαρά του λαού μας, διαπερνώντας κοινωνικές και πολιτικές διαφορές. Πρώτα πιάνουν παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια από την ευρύτερη περιοχή του Οινούντα. Το βιολί και το κλαρίνο συνοδεύουν μελωδικά μικρούς ύμνους στον έρωτα, στη φύση και στο άγος της ζωής, με δίστιχα που μιλούν με την απλή γλώσσα μιας άλλης εποχής. 

Αλλά αυτά συγκινούν (μάλλον) μόνο εμένα. Η Ρόσα είναι χυμένη στην καρέκλα με το απελπισμένο ύφος «πάμε να φύγουμε». Μόνη μου παρηγοριά, η Τζίνα. Είναι το πρώτο της πανηγύρι και είναι εντυπωσιασμένη από τις πλουμιστές παραδοσιακές φορεσιές. Ο ρυθμός από τα μουσικά όργανα την έχει κατακλύσει και χορεύει μόνη της μέσα σε έναν κόσμο δικό της. Πού και πού βγαίνει από την άφατη έκσταση που νιώθει και πιάνει να αντιγράφει τους χορευτές.

gefyronontas-to-chasma-ton-geneon-sti-vamvakoy4

Με τραβολογάει να πάμε μπροστά στον χορό να βλέπουμε καλύτερα. Η Ρόσα αρνείται πεισματικά να μας συνοδεύσει. Κολλημένη στην καρέκλα και με το βλέμμα της να περιφέρεται στο κενό, μου επιβεβαιώνει πως η ορμή της εφηβικής ακινησίας είναι ήδη εδώ: θα μας πάρει και θα μας σηκώσει όλους μια μέρα. Με τη μικρή έχουμε πιάσει τον δικό μας χορευτικό κύκλο και σκάμε στα γέλια με τα στιχάκια που με τη σειρά μας επαναλαμβάνουμε – αυτά τα λαϊκά ευρήματα που μιλούν εξίσου στην καρδιά παιδιών και ενηλίκων: «Φέτο το καλοκαιράκι κυνηγούσα ένα πουλάκι. Κυνηγούσα, προσπαθούσα, να το πιάσω δεν μπορούσα. Βιολιτζής με το βιολί του το ’φερε στην κάμαρή του. Βιολιτζή μου, πώς τα κάνεις τα πουλάκια να τα πιάνεις; Με τα νάζια μου τα κάνω, τα πουλάκια και τα πιάνω. Και με τα καμώματά μου, τα ’φερα στην κάμαρά μου». 

Ξαφνικά η Ρόσα εμφανίζεται δίπλα μου και με τραβάει από το μανίκι. «Αυτό όμως είναι drone!» καγχάζει με ικανοποίηση μέσα στο αυτί μου. Πράγματι, στο μισό μέτρο από τα κεφάλια μας, ανάμεσα στους χωριανούς με τις παραδοσιακές φορεσιές, βουίζει ένα drone. Θέλω να ψελλίσω «πώς είναι δυνατόν να γίνεται όλη αυτή η γιορτή και εσύ να σηκώνεσαι από την καρέκλα σου μόνο για ένα drone;», αλλά καταπίνω και αυτή την απογοήτευση. Το νταούλι έχει πάρει πια φωτιά και έχει σηκώσει από τα τραπέζια ηλικιωμένους, ιερωμένους, ζευγαράκια και πιτσιρίκια τόσα δα. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω τη Ρόσα να λικνίζεται δειλά στον ρυθμό και της σφίγγω το χέρι. Οι γιορτές, όταν γιορτάζονται, έχουν τη δύναμη να διαπερνούν τον χρόνο και να ενώνουν για μια στιγμή τις γενιές που πέρασαν, που είναι, που έρχονται. 

* «Τσούκα» στη γλώσσα των Βλάχων της Ηπείρου σημαίνει «κορυφή». Η Τσουκαρέλα (2.295 μ.), η Τσούκα Ρόσα (1.987 μ.) και η Τσούκα Τζίνα (1.833 μ.) είναι τρεις κορυφές των βουνών της Πίνδου με βοσκότοπους, ορεινές διαδρομές και περιπάτους που αξίζει κανείς να ανακαλύψει. 

gefyronontas-to-chasma-ton-geneon-sti-vamvakoy6
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

⬤ Η Βαμβακού Λακωνίας απέχει από την Αθήνα 203 χλμ. (2 ώρες και 40 λεπτά). Πέρα από το ότι είναι ένας πολύ όμορφος οικισμός στις πλαγιές του Πάρνωνα, έγινε ευρέως γνωστή ως το εγκαταλελειμμένο χωριό που ξαναβρήκε ζωή χάρη σε μια ομάδα νεαρών που ανέλαβαν την αναβίωσή του με την υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Η Βαμβακού ήταν, εξάλλου, ο τόπος καταγωγής του Έλληνα εφοπλιστή. Διαθέτει έναν ξενώνα, τη «Ρούγα της Βαμβακούς» (rugaofvamvakou.gr), με πολύ καλό πρωινό και ζεστή φιλοξενία, χάρη στο ζευγάρι που τον έχει αναλάβει, το εστιατόριο-καφέ «Βουρέικο» και το παραδοσιακό καφενείο του χωριού «Ο Πάρνωνας».
⬤ Ένα μικρό, αλλά καλά σηματοδοτημένο, δίκτυο με ποδηλατικές και περιπατητικές διαδρομές προσφέρει επιλογές για όλες τις ηλικίες και αντοχές. Μάλιστα ενοικιάζονται και ποδήλατα με ηλεκτρική υποβοήθηση για πιο ξεκούραστες ανηφόρες. Μέσα στον χρόνο οργανώνονται επίσης πολλές δράσεις, από εικαστικά με θέμα τα καρύδια που αφθονούν στην περιοχή μέχρι εργαστήρια ρομποτικής (vamvakourevival.org).
⬤ Η Βαμβακού είναι καλή βάση για να επισκεφτεί κανείς τα άλλα χωριά του Πάρνωνα, όπως τα Τσίντζινα (ή Πολύδροσο), την Καστάνιτσα και τις Καρυές, όλα με δικά τους δίκτυα μονοπατιών. Για τους λάτρεις της ιστορίας, ο Πάρνωνας είναι γνωστός και ως το Άγιον Όρος της Νότιας Ελλάδας, με σημαντικά μοναστήρια και εκκλησίες.