ΠΟΛΗ

Οι παλιές αγάπες μένουν για πάντα νέες

oi-palies-agapes-menoyn-gia-panta-nees-2345043

Στο μυαλό μου το γαλλικό φαγητό συνδέθηκε με την τέχνη χρόνια πριν. Στη δεκαετία του 1990, όταν στα Πετράλωνα δεν αγωνιούσες ακόμη για το πού θα παρκάρεις –άλλωστε λίγοι από την παρέα είχαμε αυτοκίνητο–, η κλασική έξοδος ήταν για σινεμά στον «Ζέφυρο» και μετά φαγητό στο «Chez Lucien». Τότε λέγαμε απλώς «Πάμε στου Λουσιέν». Η γαστρονομία δεν ήταν της μόδας, κανείς δεν στοχαζόταν πάνω στη γαλλική κουζίνα, ούτε προβληματιζόμασταν για το μενού που οφείλει να σερβίρει ένα γαλλικό μπιστρό, κι ας ήταν αυτό το μοναδικό στην Αθήνα, το πιο προσιτό και αυθεντικό. Οι αναζητήσεις μας τότε αφορούσαν τον κινηματογράφο, και για το δείπνο έφτανε και περίσσευε η απόλαυση.

Πέρασε πολύς καιρός, αλλά οι παλιές αγάπες κρατούν γερά. Ιδίως αυτές που τράφηκαν τόσο καλά. Οταν πριν από λίγο καιρό το εστιατόριο έκλεισε, ο συναισθηματικός χάρτης της πόλης ταρακουνήθηκε εντός μου. Μέχρι την ανακοίνωση της νέας διεύθυνσης του Λουσιέν, στον πρώτο όροφο του Bios ·έτσι η γευστική μνήμη ξαναβρήκε τη θέση της. Και ίσως λόγω κάποιας ασυνείδητης σύνδεσης ή ενός εξαρτημένου αντανακλαστικού γερά δεμένου, το γαλλικό δείπνο ταίριαξε πάλι με την τέχνη: Αντί για τις κλασικές ταινίες του «Ζεφύρου», ο «Θείος Βάνιας» του Αντον Τσέχωφ ολοκλήρωσε μια εξαιρετική βραδιά.

Η παράσταση, που σκηνοθετεί η Μαρία Μαγκανάρη και φέτος παρουσιάζεται για δεύτερη χρονιά ενταγμένη στο ρεπερτόριο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, παίζεται στο ισόγειο του Bios, στον χώρο που βρίσκεται πίσω από το μπαρ. Στ’ αλήθεια είναι παράξενο να βλέπεις Τσέχωφ μέσα σε μια τσιμεντένια αίθουσα που θυμίζει άδειο γκαράζ, με δύο χαλιά στο πάτωμα για να ξαπλώνουν οι ηθοποιοί όταν θέλουν να ονειροπολήσουν κοιτάζοντας τον ρωσικό ουρανό, καθισμένος σε μια άβολη καρέκλα. Κι όμως, το πνεύμα του «Θείου Βάνια» είναι εδώ: στην οικονόμο αλλά εύστοχη σκηνοθεσία, στην ειλικρίνεια των ερμηνειών, στην ευαισθησία της μουσικής, στα μετρημένα μέσα με τα οποία το θέατρο μπορεί να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο. Η μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη κυλάει όμορφα και μαλακά, τα αιώνια δάση με τις σημύδες θάλλουν κάπου στο βάθος και ο λόγος του Τσέχωφ βρίσκει πάλι τον τρόπο να μιλήσει στην ψυχή μας· νέος όπως πάντα.