ΠΟΛΗ

Το αστικό ποταμάκι της οδού Λήθης

49573397402_355dfb9541_o

Συχνά, στους δρόμους των παλαιών συνοικιών, εκεί που η ορμή του εσωτερικού μονόλογου μπορεί να σε κρατήσει στην ασφάλεια ενός πυθμένα, σκέφτομαι πως οι σκιές των παλιών σπιτιών έχουν αυτόνομη ζωή. Ακούγεται παράδοξο, αλλά έχω διαπιστώσει, όχι με έκπληξη, πως πολλοί είναι εκείνοι που βλέπουν την άυλη διάσταση της πόλης, την ιερότητα, δηλαδή, της αστικής εμπειρίας.

Τις προάλλες είχα βρεθεί και πάλι προς την Αγίου Μελετίου. Ενας μεγάλος δρόμος, ποταμός σωστός, που θα μπορούσε να είναι το σώμα μιας μελέτης για τις μεταμορφώσεις του άστεως. Από το 1920 ώς το 1980, ήταν και η Αγίου Μελετίου μια πυκνή μάζα αστικότητας, δίνες πολλαπλών διασταυρώσεων, αποκρυσταλλωμένες σε σπίτια και πολυκατοικίες, που, σήμερα, επιβραδύνουν το βήμα μου. Πάνω σε αυτές τις προσόψεις γαντζώνεται το βλέμμα. Μια πολυκατοικία στην Αγίου Μελετίου, από τη δεκαετία του ’60, μου αποκαλύφθηκε με μια ποιητικότητα που με ξάφνιασε, με την ίδια θερμή αύρα που θα εξέπεμπε ένα σπίτι 100 και πλέον ετών. Με ξάφνιασε και με μελαγχόλησε. Δεν είχα, όμως, προσχεδιάσει να συναντήσω την οδό Λήθης.

Δεν την είχα στον νου μου γιατί ακριβώς απέναντι ήταν που ήθελα να περπατήσω: στο μεγάλο και ατμοσφαιρικό «Π» της οδού Καμπάνη, που βγαίνει στην Αγίου Μελετίου, κάτω από τη Φυλής. Για όποιον νιώθει την Αθήνα, για όποιον δηλαδή και μόνο το άκουσμα των οδών Αγίου Μελετίου, Φυλής ή Αγαθουπόλεως ενορχηστρώνει μέσα του ολόκληρα συμφωνικά έργα αναμνήσεων, αναφορών και συνειρμών, αισθάνεται τα φτερουγίσματα της καρδιάς. Βάδιζα με βλέμμα ερευνητικό, αλλά στοχαστικό και ήρεμο, στην Αγίου Μελετίου και σχεδόν αυθόρμητα μπήκα στον αστικό σάκο της οδού Καμπάνη, με τις παλιές πολυκατοικίες, τα λίγα πραγματικά αρχέγονα ίχνη, αλλά με μια πατίνα τόσο ποτισμένη στις πλάκες του δρόμου που ένιωθες τους ατμούς της. Στην Καμπάνη, ανακαλούνται πάντα φωνές παιδιών που παίζουν, είτε είναι εκεί είτε όχι. Υπάρχει ένα καταγεγραμμένο τοπίο ήχων, τρυπούν τα αυτιά σου οι κραυγές των μικρών ποδοσφαιριστών, νιώθεις τη μυρωδιά στο κατώφλι της εφηβείας.

Αλλά απρόσμενα, ή όχι, πέρασα απέναντι. Στην οδό Λήθης. Είναι ένα δρομάκι μικρό, αδιέξοδο, σφηνωμένο σε προσόψεις ψηλών πολυκατοικιών. Επικρατεί μια αίσθηση ημιτελούς. Ενισχύεται από την όψη ενός εργοταξίου και το διαρκές εφήμερο μιας αστικής ρευστότητας, αλλά δίχως αμφιβολία αυτή η αύρα της παγωμένης στιγμής, σαν έλος ανάμεσα στους τοίχους των σπιτιών, απελευθερωνόταν από τα δύο παλιά και έρημα σπίτια του δρόμου. Τα πλησίασα με εκείνο το γνώριμο πέπλο του δέους μπροστά στο αναπόδραστο του θανάτου.

Θα ήταν σπίτια του 1920 ή εκεί γύρω… πόσο κομψά μου φάνηκαν έτσι που στέκονταν, το ένα να βαστάζει το άλλο. Αίφνης, το όνομα του δρόμου ξεχείλισε στη μνήμη μου. Η οδός Λήθης έγινε πρόσωπο, σαν μια ημίθεη οντότητα, τυλιγμένη στους ύμνους των νυμφών. Η Λήθη, πάροδος της Αγίου Μελετίου, ήταν μια απρόσμενη συνάντηση του παγανισμού με την ορθοδοξία, μια στιγμή σύγκλισης εκείνης της ιερής και άυλης συνθήκης που υπερπηδά την ομορφιά και την ασχήμια και μας περνά απέναντι.

Στην οδό Λήθης γύριζα πάνω κάτω. Δεν είχες και πολλά να δεις, είναι τόσο μικρός δρόμος. Αλλά πόσο πυκνός ήταν ο αέρας της. Προτείνω μια στάση εκεί, στις βουβές προσόψεις των παλιών αστικών σπιτιών της, με τα καλλιγραφήματα στα υπέρθυρα και τις αρ ντεκό κορδέλες στους εξώστες. Η μία εξώπορτα, βαθύ γκρενά, πίσω από τα ικριώματα, με άφησε να ρίξω μια ματιά μέσα. Ενας γύψινος ρόμβος στην οροφή, ένα φωτιστικό σαν καντηλέρι και μια ξύλινη σκάλα να ανεβαίνει στις κρεβατοκάμαρες. Εκεί, θα υπήρχαν θησαυροί.