ΠΟΛΗ

Η λαϊκή σοφία στο μέτρο της αθηναϊκής συνοικίας

gkkt_06_1904_page_1_image_0002

Το γνωστό σπιτάκι με τις Καρυάτιδες στην οδό Αγίων Ασωμάτων είναι ένα φυλαχτό στη μνήμη της Αθήνας. Το βρήκα σε μια σπάνια φωτογραφία από το Αρχείο του Κώστα Μπίρη, καθώς ξεφύλλιζα, μέρες που είναι, το βιβλίο που έγραψε γι’ αυτόν τον Αθηναίο-πρότυπο, ο επίσης εξαίρετος αρχιτέκτων καθηγητής, και ανιψιός του, Μάνος Γ. Μπίρης («Κώστας Η. Μπίρης, βίος αφιερωμένος στην πόλη των Αθηνών», εκδ. Μέλισσα). Ενας θησαυρός γνώσεων και ερεθισμάτων είναι όλο το βιβλίο, αλλά να, που το βλέμμα σταματάει σε αυτήν τη μικρή φωτογραφία στη σελίδα 222 που δείχνει, σε μια σπάνια λήψη, το σπίτι της οδού Αγίων Ασωμάτων 45 όπως ήταν προπολεμικά, με δίρριχτη στέγη και χωρίς το στηθαίο όπως το ξέρουμε τις τελευταίες δεκαετίες.

Ακόμη και σήμερα, η θέα αυτού του σπιτιού προκαλεί ρίγος, όχι μόνο γιατί είναι ένα πυκνό σύμβολο του λαϊκού νεοκλασικισμού, ίσως το πιο προβεβλημένο, αλλά γιατί βρίσκεται σε μια περιοχή που διατηρεί ώς ένα σημείο την κλίμακα της γειτονιάς, ιδίως προς την πλατεία Κουμουνδούρου και τα σκόρπια σπίτια στα στενά. Φέρνω μπροστά την εικόνα του σπιτιού με στηθαίο ήδη, όπως το ζωγράφισε ο Τσαρούχης το 1952, σαν ένα εικόνισμα της αθηναϊκής λαϊκότητας, με το κουρείο του Π. Κρητικάκου, τα μαγαζιά, τα απέριττα κοσμήματα από πηλό, λάσπη και γύψο. Ο Τσαρούχης έχει βάλει όλες τις ώχρες, το πομπηιανό κόκκινο στον στεγασμένο εξώστη πίσω από τις Καρυάτιδες, είχε βάλει τα γαλάζια και τα υπόλευκα, είχε αναπαραστήσει και τα βαμμένα με άσπρη μπογιά ακροκέραμα στο μονώροφο σπίτι αριστερά με τα γερμανικά παντζούρια, κατεδαφισμένο εδώ και χρόνια. Γαλάζια η πόρτα του παλιού καφενείου σαν τις γαλανές ταινίες στους θριγκούς των απλών σπιτιών στα στενά με τους χωματόδρομους.

Πριν από λίγους μήνες, φωτογράφισα αυτό το σπίτι μια νύχτα, σιωπηλή και έρημη, σαν προάγγελος της πανδημίας. Ηταν μια νύχτα αθηναϊκή, γιατί παρά το ψύχος, το φεγγάρι έλουζε με ασήμι τα δεντράκια και τη φυσική βλάστηση στο μεγάλο οικόπεδο απέναντι από το σπίτι αυτό και τύλιγε με μεμβράνες πένθιμες τα βωβά σπίτια που ήταν τόσο παλιά όσο παλιά πήγαινε και η μνήμη. Και ήταν μια ατμόσφαιρα κατανυκτική, καθώς ο φωτισμός του στύλου έπεφτε πάνω στο σπιτάκι με τις Καρυάτιδες και το άναβε σαν κεράκι σε εκκλησία. Ηταν σιωπή, και ήταν η Αθήνα.

Αυτό το σπίτι έρχεται από μια παλιά ρίζα γνήσιας αθηναϊκότητας. Φαντάζομαι τον Τσαρούχη να θέλει να το ζωγραφίσει, ήταν τότε 40 χρόνων και κάτι, και το σκηνικό της παιδικής του ηλικίας επιζούσε στις γειτονιές με εκείνη όμως τη χωμάτινη απλότητα, την αβίαστη και την αρμονική στην κλίμακα της ευγενούς ένδειας. Ο Κώστας Μπίρης, γεννημένος το 1899, μεγαλύτερος του Τσαρούχη, μιλάει και αυτός για τα χρώματα της Αθήνας, όταν εντόπιζε τις πρωτότυπες λύσεις που έδιναν οι τεχνίτες τον 19ο αιώνα και στα πρώτα χρόνια του εικοστού. Μετά το 1955, μας λέει ο Μάνος Μπίρης, άρχισε να φωτογραφίζει και με έγχρωμο φιλμ και σε αυτό διέσωζε όσα υπολείμματα χρωμάτων έβρισκε στην αρχική εκδοχή τους.

Είναι ένας ανεκτίμητος πλούτος, που, δυστυχώς, ακόμη και σήμερα δεν έχει εκτιμηθεί όσο θα έπρεπε. Ο Κώστας Μπίρης μιλάει για τα «μεστά γαιώδη χρώματα», όπως θα είχε βρει και στην οδό Αγίων Ασωμάτων (ίσως και στη Σαμουήλ Καλογήρου, λίγο πιο κάτω), και για την εμπειρία που εξευγένιζε την απόχρωση και απάλυνε τον τόνο. Και μιλάει για το κίτρινο χρώμα της «μπίλιας» (το ιβουάρ, σαν τις σφαίρες του μπιλιάρδου), για το ωχροκίτρινο, το ωχροπράσινο ή το κοκκινωπό. Πόσα θα είχαμε να διδαχθούμε από τους έμπειρους μαστόρους της παλιάς Αθήνας και τη σοφία της ύλης.