ΠΟΛΗ

Το αστικό θαύμα της Φωκίωνος Νέγρη

Το αστικό θαύμα της Φωκίωνος Νέγρη

Εσταζε από τη βροχή η Φωκίωνος Νέγρη καθώς την κοιτούσα από το μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου. Κάτω από τον λευκό ουρανό, οι πολυκατοικίες της μου φάνηκαν σαν το πιο απτό παράδειγμα ενός μικρού αστικού θαύματος. Είχα περπατήσει από τη στάση Καλλιφρονά ώς την καρδιά της Φωκίωνος και είχα ρουφήξει εικόνες. Με την ομπρέλα δεν ήταν εύκολο να φωτογραφίσω όσα ήθελα, αλλά είχα συλλέξει εκ νέου όσα χρειαζόμουν για να ανανεώσω το βλέμμα μου σε όσα ο χρόνος εξωθεί προς τα πίσω. Για περισσότερο από μισό αιώνα υπήρξε εδώ αστική ακμή.

Σε αυτούς τους δρόμους περπατούσα και ως παιδί χωρίς να έχω τη συναίσθηση ότι ζούσα τη Φωκίωνος Νέγρη όταν ήταν η πιο περιζήτητη περιοχή της Αθήνας. «Ανώτερη από το Κολωνάκι!» με διαβεβαίωνε η παλαιά κάτοικος, θεματοφύλακας της Κυψέλης από το 1958. Βαδίζοντας προς τη Φωκίωνος είχα προσπεράσει όλα εκείνα τα οποία αργότερα θα έφερνα στον νου. Τις παλιές πολυκατοικίες, χτισμένες πριν από οκτώ, επτά ή έξι δεκαετίες, και τα παλιά διώροφα, όλα μεσοαστικά, όπως εκεί, στη γωνία Επτανήσου και Θάσου, το ένα συντηρημένο και το άλλο εγκαταλελειμμένο.

Από τα δύο διώροφα, το κλειστό και έρημο ήταν αυτό στον αριθμό 77 της Επτανήσου. Διπλοκατοικία σωστή και από τη μία εξώθυρα μπορούσα να δω την ξύλινη σκάλα που ανέβαζε στον όροφο. Πίσω από τις φουντωτές νεραντζιές, με τους χρυσούς καρπούς ξεπλυμένους από την παγωμένη βροχή, τα παλιά σπίτια έμοιαζαν ακόμη πιο σιωπηλά, ακόμη πιο εσωστρεφή. Κλεφτές ματιές σε εισόδους πολυκατοικιών ηλικίας 65 και 60 ετών μού έφεραν τη γεύση και τη μυρωδιά από μια τελετουργία συνοικιακής καθημερινότητας. Εκλάμψεις βαθιά ριζωμένες σε κοιλότητες μνήμης. Αλλά στο άνοιγμα της Φωκίωνος Νέγρη, η ευγενής οδός Επτανήσου ήταν έτοιμη να μεταμορφώσει την εμπειρία του περιπατητή και να τον οδηγήσει στο βίωμα μιας αστικής ευωχίας. Αναλογίζομαι πώς θα είναι η Φωκίωνος σε 100 χρόνια, με τις πολυκατοικίες της να διηγούνται μια υποσημείωση του μακρινού εικοστού αιώνα: το πώς οι Αθηναίοι έφτιαξαν ένα βουλεβάρτο αστικού γούστου από τα τέλη της δεκαετίας του ’30 ώς τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και για κάποιους ώς τα μέσα του ’80. Από το στενό μπαλκόνι της κομψής πολυκατοικίας, Φωκίωνος Νέγρη 32, κτίριο χτισμένο το 1938, ένα χρόνο μετά την κάλυψη του ρέματος, αγνάντευα αυτό που ήταν αλλά και αυτό που είναι. Αυτή η ώσμωση της αναπόλησης και του βιώματος που αναβλύζει γεννάει νέες αισθήσεις. Από την Επτανήσου ώς τη Δημοτική Αγορά ήταν το καλύτερο κομμάτι της Φωκίωνος, ακούω τη συνομιλήτριά μου. Θα έβαζα και την αφετηρία από τη Δροσοπούλου, αλλά η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος, γεμάτο αντίκες και βιωμένο αστικό γούστο, είχε βιώσει όλες τις αλλαγές στον δρόμο. Απέναντί μας, η υπέρκομψη προπολεμική πολυκατοικία Λαναρά, του μηχανικού Ιωάννη Ζολώτα σε συνεργασία με Βέλγους αρχιτέκτονες (σύμφωνα με τον μελετητή της Αθήνας Νίκο Καβαδά), και δίπλα της μία ακόμη κομψή πολυκατοικία χτισμένη πριν από τον πόλεμο και αυτή. Και δίπλα; Εδώ ήταν το σχολείο, ακούω τη φωνή της αφηγήτριας. Στη θέση του, μια μεγάλη πολυκατοικία, ίσως του 1970. 

Ολα μαζί συνθέτουν τις ιστορίες που συγκινούν ακόμη. Αυτό που δεν μπορεί να επιστρέψει, ακούω και σημειώνω, είναι η κοινωνική αγωγή των παλαιών κατοίκων. «Αυτό τελείωσε και πέρασε», η ρεαλιστική διαπίστωση. Στον αριθμό 30, η πρόσοψη από αλουμίνιο βρίσκεται στη θέση της τελευταίας μονοκατοικίας που γκρεμίστηκε το 1980 και στο 28, εκεί που είναι γνωστό κατάστημα ένδυσης, βρισκόταν το εστιατόριο του Αγγελόπουλου. Μέσα από το διαμέρισμα της εποπτείας προς τη Φωκίωνος, η ατμόσφαιρα της παλιάς αστικής ζωής μοιάζει τόσο αληθινή όσο ποτέ.