ΠΟΛΗ

Ο ευγενής μέσος όρος στους δρόμους του Κουκακίου

Ο ευγενής μέσος όρος στους δρόμους του Κουκακίου

Ο ευγενής μέσος όρος στους δρόμους του Κουκακίου-1Οι δρόμοι του Κουκακίου, εκεί όπου διατηρείται η παλιά κλίμακα της συνοικίας, στο μέτρο, δηλαδή, της αστικής ζωής, έλαμπαν εκείνο το πρωινό της Κυριακής. Διαχεόταν το φως της πρωινής γαλήνης. Βασίλευε ησυχία σαν να είχε χιονίσει, αλλά όχι, τα νεράντζια έφεραν προμηνύματα μιας αργόσυρτης άνοιξης και, καθώς ήταν ακόμη πρωί, οι μπαλκονόπορτες είχαν ακόμη κατεβασμένα ή μισάνοιχτα τα ρολά, εκείνα τα ξύλινα του ’60. Δεν ξέρω ποια παρόρμηση με είχε φέρει να γνωρίσω καλύτερα τη μικρή οδό Μονεμβασίας. Ισως ήταν η ευδαιμονία που εξέπεμπε η ονομασία της, ίσως ήταν το μικρό μήκος της, μα περισσότερο ήταν οι εικόνες που έρχονταν από παλιά για τα όμορφα σπίτια της. Μνήμες από τις οδούς του Κουκακίου ολόγυρα, μνήμες από την οδό Μπέλες, με τη γιαγιά της συμμαθήτριας που μιλούσε ακόμη για τη Σμύρνη και το ’22, μνήμες από την οδό Ζαχαρίτσα, με τον φαρμακοποιό που είχε έρθει από την Πάτρα, μνήμες από την οδό Ματρόζου πιο πέρα, με την κυρία Κατερίνα που παρέδιδε μαθήματα γαλλικών κατ’ οίκον. Ο θυρωρός που γελούσε διαρκώς, ο περιπτεράς που ήταν αγέλαστος, η κυρία του τρίτου με τον κανονισμό της πολυκατοικίας. Μορφές από το χθες είχαν επιπλεύσει.

Αλλά η οδός Μονεμβασίας, στον δικό μου χάρτη, ήταν ένα ποταμάκι, ήσυχο και καθαρό, με λιθάρια και αγριολούλουδα. Πολλά από τα παλιά σπίτια του δρόμου τα έβλεπα μπροστά μου ολοζώντανα, τα περισσότερα περιποιημένα, τα πιο πολλά μονώροφα, αλλά στον αριθμό 24 είναι το παλατάκι της Μονεμβασίας, θαυμαστά συντηρημένο. Η Μονεμβασίας αρχίζει από την Μπέλες και εκβάλλει στην Πινότση, διασχίζει μονάχα την οδό Αμυνάνδρου. Ηταν ίσως η ηρεμία του πρωινού εκείνου που μου έδινε αισθήματα ασφάλειας και οικειότητας, γιατί η γεωμετρία των πολυκατοικιών κούμπωνε μαλακά στους κύβους των παλιών σπιτιών. Και ανάμεσα στα πολλά μονώροφα και στα αρχοντικά δίπατα, κρυφοκοίταζα και τα διαμερίσματα των πρώτων ορόφων, σαν θεωρεία πάνω στους δρόμους του Κουκακίου.

Βαδίζοντας στη Μονεμβασίας, είχα σύμμαχο τη σιωπή εκείνης της ώρας, για να σταθώ και να περιεργαστώ όσα μονώροφα σπίτια διασώζονται. Στο τέλος του δρόμου, στους αριθμούς 23 και 25 είναι δυο αξιόλογα δείγματα μεσοαστικών κατοικιών του Μεσοπολέμου, αλλά και στην αρχή του δρόμου θα δει κανείς εκείνο τον τύπο των σπιτιών που ήταν τόσο διαδεδομένος γύρω στο 1920. Στον αριθμό 4, μια κοινή μονοκατοικία της εποχής, ήταν κλειστή και κλειδαμπαρωμένη, όπως ποιητικά σχημάτιζαν τον συμβολισμό του τέλους οι αλυσίδες στις μασίφ χειρολαβές της εξώθυρας. Εκπροσωπούσε τον απόλυτο μέσο όρο, δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, αλλά ακριβώς γι’ αυτό μου φάνηκε ένα σπίτι πολύτιμο και αξιαγάπητο. Σαν αυτό, στον αριθμό 4, χιλιάδες σπίτια είχαν χτιστεί στις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά, πριν από το 1935, όταν κάτι άλλαζε, κάτι προμηνούσε το πέρασμα σε μια άλλη εποχή. Και καθώς βάδιζα σε εκείνον τον ήσυχο δρόμο του Κουκακίου, σκέφτηκα πόσο ωραίο θα ήταν να γραφτεί η ιστορία των ισόγειων μονοκατοικιών του Μεσοπολέμου, με τα πλακόστρωτα χολ, τις αυλές και τις ψηλοτάβανες σάλες, με διακόπτες από βακελίτη, μαύρους ή μπορντό και με κειμήλια των περασμένων γενεών σε κάδρα, σε συρτάρια, σε θυρίδες μνήμης. Εβλεπα τα κατάλοιπά τους και ήξερα ότι ήταν σπίτια 90 και 100 ετών. 

Αυτοί οι αιωνόβιοι συνοδοιπόροι μου ήταν μάρτυρες μιας μεγάλης διαδρομής στον αθηναϊκό χρόνο. Σκέφτηκα τα δωμάτια πίσω από τη διπλομανταλωμένη εξώθυρα, ήξερα ότι ήδη σαρωνόταν στην ανυπαρξία το ίχνος της Αθήνας μιας ορισμένης ατμόσφαιρας. Η ζωή κυλούσε στο αστικό ποταμάκι της οδού Μονεμβασίας. Με βουβά τραγούδια και μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα.