ΠΟΛΗ

Στην οδό Ισμήνης παρέα με τις σκιές των παιδιών

stin-odo-isminis-parea-me-tis-skies-ton-paidion-561333631

Κίνησα πριν από λίγες ημέρες να βρω το σπίτι στον Κολωνό, Ισμήνης και Ραιδεστού. Ηθελα να το δω απέξω, γνωρίζοντας ότι πλέον έχει άλλη ζωή και άλλους ιδιοκτήτες που το φροντίζουν. Αλλά είχα διαβάσει το ποίημα «Οδός Ισμήνης, αρ. 25» του γεννηθέντος το 1939 Κώστα Χ. Κρεμμύδα, στο «Αθηναϊκό Ημερολόγιο» του 2016, εκείνη την εξαίρετη ετήσια σύμπραξη του Στρατή Φιλιππότη και του Γιάννη Καιροφύλα. Και έλεγε ο Κώστας Χ. Κρεμμύδας για το σπίτι του το πατρικό, που ζει ακόμη, «με τους ογδόντα (και πλέον) χρόνους φόρτωμα στην πλάτη – τρεις καμαρούλες – για τα μάτια μας παλάτι, για ξένα μάτια ταπεινό και φτωχικό». Εκεί γύρω στα στενά, που αγκαλιάζουν τον Λόφο του Κολωνού, διατηρείται το χαμηλό ύψος και οι δρόμοι μοιάζουν μεγάλοι, η γειτονιά έχει γλύκα, αναπόφευκτα αφήνεις πίσω τον βιαστικό βηματισμό. Λαχταρούσα να βρω τη γωνία με το πατρικό αυτού του ποιητή των αναμνήσεων, όλα του τα στιχουργήματα αναβλύζουν ανθρωπιά, σαν κάποιου λαϊκού μάστορα. Μιλούν στις καρδιές. Γι’ αυτό και βρέθηκα πάλι στον Κολωνό. Εκεί γύρω, Ραιδεστού, Ισμήνης, Μεγίστης Λαύρας, Πρεβέζης, είχα φωτογραφήσει παλαιότερα, προφανώς είχα προσπεράσει ανυποψίαστος το σπίτι που τώρα με καλούσε. Χάρηκα που το είδα ζωντανό, περιποιημένο με τις πρασινάδες του θαλερές, ένιωθα ότι διέπραττα αδιακρισία να το παρατηρώ έτσι λαίμαργα, αφού είχε τη δική του ζωή, που φαινόταν στρωμένη και νοικοκυρεμένη. Αλλά τα λόγια του Κώστα Χ. Κρεμμύδα κουδούνιζαν στα αυτιά μου και άκουγα τους στίχους του για «τη σιδερόπορτα περίτεχνη, βαριά μαστορεμένη από τα χεράκια του πατέρα, που στο κατώφλι της στεκόταν η μητέρα προσμένοντάς τον κάθε βράδυ απ’ τη δουλειά…». Εφερα στον νου όλα εκείνα που είχα διαβάσει και ακούσει για τα χρόνια του ’30, του ’40 και του ’50, στις παλιές γειτονιές, εκεί όπου τα παιδιά ζούσαν και έπαιζαν στον δρόμο: γκαζές, ξυλίκι, κλέφτες κι αστυνόμοι, στάκαμαν. 

Ερχονται στον νου οι μορφές των παιδιών, όπως τις αναπολεί ο Κώστας Χ. Κρεμμύδας: «Την Πέρσα, τη Βασιλική, το Γιάννη τον Αυγέρη/ το Λάκη τον Κοσμόπουλο, το Χάκο το Γαβρά/ που τραγουδήσαμε ξανά, πιασμένοι χέρι-χέρι/ γνωστό κατοχικό σουξέ, το “Γιούπι-γιούπι-για”». Οι γενιές εκείνες θα καταλάβουν. Πόσο χαραγμένοι στη μνήμη ήταν οι τύποι της γειτονιάς, η κυρα-Διαλεχτή που είχε το ψιλικατζίδικο με την επιγραφή «εδώ τηλεφωνείτε» και πουλούσε τα τσιγάρα χύμα, Ματσάγγος και Εθνος, κλωστές Ντε-μι-σε και καραμέλες Μεζ. Και ήταν το καπηλειό του Χαμηλού, ο Δαμιανός ο ταξιτζής με την παλιά Ντε Σότο, ο Πανταζής ο φούρναρης, ο Λίτσας ο γιατρός και ο αιώνιος μάγκας των χωματόδρομων εκεί γύρω. Κι άναβαν οι φωτιές του Αη Γιαννιού και στηνόταν ο μπερντές στο πλυσταριό, στο φως του λυχναριού, για τον Καραγκιόζη φούρναρη. Εκείνα τα γέλια τα θυμάται κανείς; Περπατούσα ολόγυρα στους σιωπηλούς δρόμους εκείνου του απομεσήμερου πάνω στην άσφαλτο και ήξερα ότι από κάτω στο χώμα αντηχούσαν ακόμη τα ποδοβολητά των παιδιών. Οι φωνές τους τρυπούν ακόμη τ’ αυτιά. Τα σπίτια στη σειρά που έβλεπα ήταν εκεί που έμενε ο Κώστας και η Καίτη, ο Σπύρος και η Αγγελική. Και καβαλούσαν το τραμ για τα Σεπόλια και πιο πέρα απλώνονταν σγουροί αγροί και καρπερά περβόλια και οικόπεδα σκληρά και χέρσα, η αρχαία γη της Αττικής. Στον Κολωνό και πιο κάτω στον Λόφο Σκουζέ, και πιο ’δώ, η Ακαδημία Πλάτωνος, η Λένορμαν, η Κολοκυνθού. Ονόματα μυθικά που φτιάχνουν την Αθήνα, όπως ήταν με ζωή μέσα κι έξω, με λίγες ανέσεις, με πάθη πολιτικά, με έρωτες, παιχνίδι και όνειρα. Ξαναπερπάτησα Ραιδεστού και Ισμήνης γωνία. Και είχα παρέα τις σκιές.