ΠΟΛΗ

Οι Ατθίδες κόρες και ο Τσαρούχης

oi-atthides-kores-kai-o-tsaroychis-561421591

Συχνά, παλιές φωτογραφίες των δεκαετιών του ’60 και του ’70 δείχνουν κάποια νεοκλασικά σπίτια ως λείψανα ενός κόσμου σε υποχώρηση, σαν πένθιμη αντανάκλαση ενός ψυχορραγήματος. Βλέποντας πάλι τον Γιάννη Τσαρούχη μπροστά στο διάσημο σπιτάκι με τις Καρυάτιδες της οδού Ασωμάτων, αναρωτήθηκα εάν αυτή η λήψη του Γιώργου Τουρκοβασίλη από το 1977 μπορεί να συνοψίσει ένα ήθος. Αν μπορεί να μιλήσει εξ ονόματος όλων μας γι’ αυτό που ως ύλη εξέλιπε, γι’ αυτό που ως πνεύμα εκτοπίστηκε.

Περιπλανώμενος ανάμεσα στα σύγχρονα αποκατεστημένα ή ερειπωμένα νεοκλασικά σπίτια, νιώθω πως απουσιάζει εκείνη η τσαρουχική ένθεη κατανόηση της πόλης. Κάποια παλιά σπίτια με πινακίδες συνεργείων, καφενείων ή ζαχαροπλαστείων επιζούν στη Λιοσίων, στον Κολωνό ή στην Αχαρνών, αλλά αυτά τα αντιπροσωπευτικά λείψανα δεν συγκροτούν πλέον σώμα, παραμένουν ασώματα, ακυβέρνητα καράβια. Στην οδό Αγίων Ασωμάτων, το σπίτι με τις Καρυάτιδες έμελλε να συμβολίζει εσαεί τον λαϊκό, πηγαίο νεοκλασικισμό της αθηναϊκής συνοικίας. Είναι ένα έμβλημα, σαν σφραγίδα ή μετάλλιο. Συνοψίζει, αντανακλά, ερμηνεύει. Ο Τσαρούχης φωτογραφημένος μπροστά στο σπίτι αυτό, χρόνια αφότου το είχε ζωγραφίσει, επιτελεί, πιθανώς, μια πράξη επισφράγισης ή έστω μία κίνηση επιβεβαίωσης. Ο ίδιος ήταν ίσως ο απολογητής ενός βλέμματος που ένιωθε τις σκιές. Η Αθήνα του Γιάννη Τσαρούχη υπάρχει ρωμαλέα ως πνεύμα, αλλά ως ύλη έχει κονιορτοποιηθεί. Την ύλη την περιφρόνησαν πρώτοι οι πραγματιστές υλιστές. Γιατί ένα σπίτι με όλη αυτή την άυλη σκευή πατάει πρώτα πρώτα στην ύλη, στον σοβά, στο χώμα, στη γη της Αθήνας. Τρίβεται ο ασβέστης, ραγίζει η τερακότα.

Κάθε νεοκλασικό σπίτι με τις εγγραφές της μυθολογίας της πόλης στο σώμα του, με πηλό, ασβέστη, πέτρα, θριγκούς, κύλικες, μέδουσες, Καρυάτιδες, ημίθεους και Σφίγγες, στέκεται αθροιστικά. Ως μονάδα μπορεί να συγκινεί, μπορεί και όχι, αλλά ως μέρος ενός τραγουδιού της πόλης, πηγαίνει βαθιά, αγγίζει την αρχή της μνήμης, διαπερνά τον χρόνο. Μπροστά στις Ατθίδες της οδού Ασωμάτων, πριν βαφτούν, πριν αποκτήσουν λούστρο πλαστικό, υπήρχε η προαιώνια Αθήνα. Αυτήν είδαν όσοι προσήλθαν προσκυνητές στην πόλη. Ο Τσαρούχης, ο Χένρι Μίλερ, ο Καρτιέ Μπρεσόν, ο Κέβιν Αντριους. Αλλά το πλήθος των λησμονημένων πλέον που στάθηκαν με τον λαιμό στεγνό μπροστά στη θέα αυτών των πηγαίων τεχνουργημάτων της Αθήνας, είναι και αυτό ανιχνεύσιμο στις άγαρμπες καμπύλες αυτών των λαϊκών Ατθίδων, που σε αυτό το μικρό σπίτι έμελλε να στέκουν παραστάδες μιας πόλης κεκοιμημένης.

Τα ερείπια της σημερινής Αθήνας δεν μπορούν να συγκριθούν με όσα είδε ο Τσαρούχης ή ο Σκοπελίτης, πριν από 50 και 60 χρόνια. Εκείνα ήταν σπίτια πραγματικά παλιά, χτισμένα στα χρόνια του Οθωνα, και αργότερα, ώς το 1910 το πολύ, ήταν σπίτια που φύονταν στις κοίτες της πόλης. Τα πρόλαβαν στο γέρμα της ζωής τους, γνήσια, χωρίς φτιασίδια, με τους σοβάδες σκασμένους, με αποθήκες, ημιυπόγεια, παράσπιτα, τρύπες και λαβωματιές, πήλινα στολίδια, μαρκίζες και ταμπέλες απλωμένες πάνω σε αετώματα και χερουβείμ. Αυτά τα σπίτια είχαν αγγελτήρια θανάτου, του δικού τους θανάτου, και ήταν εκεί, να μουρμουρίσουν ένα τραγούδι, σαν αστικός φλοίσβος. Αυτά τα σπίτια είχαν πλακάκια που τρεμόπαιζαν, είχαν λουτρά γαριασμένα, είχαν κουζίνες σκοτεινές. Από εκεί όμως οι ζωγραφιές στο ταβάνι φώτιζαν τα κεφάλια των γυναικών που έπαιζαν πιάνο ή κεντούσαν, εκεί παράθυρα άνοιγαν στον δρόμο και από εκεί ήταν που τα παιδιά της Αθήνας ορμούσαν έξω να ορίσουν έναν κόσμο από την αρχή.

• Στο επόμενο: Στην οδό Μοσχονησίων.