ΠΟΛΗ

Γυάλινα τεκμήρια ενός μοναδικού πολιτισμού

gyalina-tekmiria-enos-monadikoy-politismoy-2090249

Τα υλικά κατάλοιπα, είτε προέρχονται από ένα παλάτι είτε από ένα σκουπιδόλακκο μιας καλύβας, εξίσου μπορούν να διηγηθούν την Ιστορία. Στη μελέτη του υλικού πολιτισμού («material culture»), που αποτελεί την πεμπτουσία της αρχαιολογίας, επικεντρώνει τις έρευνές του ο αρχαιολόγος-μουσειολόγος του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης, Αναστάσιος Αντωνάρας, για να αφηγηθεί πρακτικές του αρχαίου και μεσαιωνικού κόσμου. Αντικείμενο, αυτήν τη φορά, είναι οι υαλόλιθοι, δηλαδή τα γυάλινα πετράδια που υποκαθιστούν πολύτιμους λίθους στον διάκοσμο λατρευτικών και άλλων πολύτιμων αντικειμένων.

Υαλόλιθοι που μιμούνταν σμαράγδια, ρουμπίνια και ζαφείρια, σε διάφορα μεγέθη, σχήματα και χρώματα εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια ανασκαφών σε πέντε βασιλικές του μακεδονικού χώρου (τρεις στη Χαλκιδική, δύο στην Πιερία) αλλά και στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Τα μακεδονικά μικροσκοπικά ευρήματα, σε κάθε άλλη περίπτωση, θα έμεναν ανερμήνευτα, αν μια ανασκαφή στην οδό Βασιλέως Ηρακλείου δεν έφερνε στο φως ένα εργαστήρι υαλουργίας της Θεσσαλονίκης του όψιμου 6ου αιώνα. Ανάμεσα σε τεράστιες ποσότητες εργαστηριακών απορριμμάτων, οι ημιδιαφανείς σκουροπράσινοι επιμήκεις υαλόλιθοι –εύρημα εξαιρετικά σπάνιο–, όμοιοι των ευρημάτων ανασκαφών της Πιερίας και της Χαλκιδικής, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο τόπος και ο χρόνος παραγωγής τους ταυτίζεται με εργαστήρια της Θεσσαλονίκης του όψιμου 6ου αιώνα.

Τα γυάλινα ευρήματα του μακεδονικού χώρου προσφέρουν για πρώτη φορά μια ξεκάθαρη αρχαιολογική μαρτυρία για το συμβολικό τους νόημα, που προκύπτει μέσα από θεολογικά κείμενα. Ταυτόχρονα επιβεβαιώνουν ότι οι σχεδιαστές έργων τέχνης μεγάλης και μικρής κλίμακας σε υφάσματα, εντοίχια ψηφιδωτά και τοιχογραφίες αναπαριστούσαν υπαρκτά γυάλινα πετράδια που έβλεπαν σε πολύτιμα αντικείμενα του περιβάλλοντός τους.

Το γυαλί, εξηγεί ο κ. Αντωνάρας, γ.γ. της Διεθνούς Ενώσεως Μελετητών της Ιστορίας του Γυαλιού, χρησιμοποιήθηκε ως ημιπολύτιμος λίθος –γνωστός άλλωστε ως λίθος χυτή– από τα μέσα της δεύτερης π.Χ. χιλιετίας. Η παράδοση διατηρήθηκε σε ολόκληρη την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα ιδίως ως προς τους πράσινους, σαν σμαράγδια, υαλόλιθους. Η χρήση τους διευρύνεται στους πρωτοχριστιανικούς αιώνες για τις χριστιανικές παραδόσεις και πρακτικές. Τα γυάλινα υποκατάστατα σε εκκλησιαστικά αντικείμενα μιμούνται κοσμικού χαρακτήρα αντικείμενα του αυτοκρατορικού ή του εν γένει ανώτατου κοινωνικά περιβάλλοντος. Τα συναντάμε σε αυτοκρατορικές και παπικές δωρεές στη Ρώμη από τον 4ο ώς τον 7ο αιώνα σε αγγεία, δισκοπότηρα, κούπες, θυμιατήρια, σταυρούς, αλλά και σε μάτια αγαλμάτων αγγέλων. Στην αυτοκρατορική αυλή του Βυζαντίου, σύμφωνα με το βιβλίο «Περί βασιλείου τάξεως», διάλιθα κοσμούν σταυρούς, ξίφη, σκήπτρα, ενδύματα, ζώνες, σέλες και χαλινάρια, ράβδους και φραγγέλια (μαστίγια) – αντικείμενα που δωρίζει ο αυτοκράτορας σε αξιωματούχους ως έμβλημα του συγκεκριμένου αξιώματός τους.

Οι υαλόλιθοι που εντοπίστηκαν σε βασιλικές της Μακεδονίας προέρχονται πιθανότατα από κινητά αντικείμενα. Δεν φέρουν ίχνη κονιάματος, που μαρτυρεί τη χρήση τους σε επιτοίχια ψηφιδωτά. Σχηματίζουν έτσι μια πρώτη εικόνα της παραγωγής τους σε εργαστήρια της Θεσσαλονίκης από την οποία εξακτινώθηκαν στη μακεδονική ενδοχώρα και πέραν αυτής, για να στολίσουν πολύτιμα, εκκλησιαστικά κυρίως, αντικείμενα-στοιχεία που συνθέτουν μια νέα όψη της παλαιοχριστιανικής υαλουργίας.