ΠΟΛΗ

Η Θεσσαλονίκη του Μεγάλου Πολέμου

Η Θεσσαλονίκη του Μεγάλου Πολέμου

«Ομορφη δείχνει από της θάλασσας τα μήκη η Σαλονίκη, μα… στη στεριά σε παίρνει απ’ τη μύτη η μυρωδιά, σκέτη φρίκη… δεν είναι μέρος για ν’ αράξεις, η Σαλονίκη» (G.A.F.).

Εκατό χρόνια πριν, 15 Οκτωβρίου του 1915, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης αποβιβάζονται τα πρώτα στρατεύματα των συμμάχων. Η πόλη πλημμυρίζει από στρατιώτες. Μέσα σε λίγες εβδομάδες ο πληθυσμός της διπλασιάζεται, το σκηνικό αλλάζει: «Αεροπλάνα, μιναρέδες, εβραιόκοσμος, χρυσά γαλόνια και φτερά των βερσαλιέρων, Αγγλοι, Σκωτσέζοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Ρώσοι ναύτες και Σενεγαλέζοι, αρίκια φέσια, δίκοχα, πηλήκια – όλες οι φυλές κι όλα τα ρούχα σ’ ένα συνονθύλευμα πολύχρωμο, φαντασμαγορικό οπερέτας και Βαβυλωνίας».

Αυτό το «αλλόκοτο κι αξέχαστο θέαμα» στον «Λευκό Πύργο της Βαβέλ!», όπως βαφτίζει την ανθρωποπλημμυρισμένη κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, φωτογραφίζουν, ζωγραφίζουν, φιλμογραφούν, λεξιτεχνούν εξ αυτοψίας και εν θερμώ φαντάρια και κολεγιόπαιδα, εφημέριοι και αξιωματικοί καριέρας, φερέλπιδες λόγιοι. Γράφουν και αναμεταδίδουν τον μυστήριο τόπο που τους φιλοξενεί προσωρινά. Περιγράφουν την πολύβουη πόλη όπως τη βίωσαν στην καθημερινότητά της, στοχάζονται την τρέλα και τη ματαιότητα του πολέμου.

Την πολυφωνική καταγραφή σε κείμενα λογοτεχνικά (πεζά, ποιήματα, θεατρικά έργα, ημερολόγια, επιστολές) από τους ένστολους ξένους κυρίως Αγγλογάλλους, και Ελληνες συγγραφείς σύγχρονους και μεταγενέστερους (Στράτης Μυριβήλης, Λαπαθιώτης, Γ. Θ. Βαφόπουλος, Μ. Καραγάτσης, Ν. Μπακόλας, Γιώργος Πανάγος, Τάκης Γκοσιόπουλος) που λογοτέχνησαν, οι περισσότεροι εξ αυτοψίας, τη Θεσσαλονίκη του μεγάλου πολέμου ανθολογεί ο φιλόλογος και συγγραφέας Σάκης Σερέφας στο πρόσφατο βιβλίο του «Δεν υπήρξαν ήρωες εδώ…» (Λογοτεχνικά κείμενα και μαρτυρίες). Είναι η 4η έκδοση της θεματολογικής σειράς «Η Θεσσαλονίκη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», στην οποία ο εκδοτικός οίκος University Studio Press γυρνά τις σελίδες της ιστορίας με ιστορικά ντοκουμέντα, φωτογραφικό υλικό από τη συλλογή του Γιάννη Μέγα και εισαγωγές του ομότιμου καθηγητή του ΑΠΘ Ι. Κ. Χασιώτη, για να τιμήσει τα 100 χρόνια από την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου.

Πώς όμως αντίκρισαν την πόλη από το καράβι, πώς τη βίωσαν στη στεριά, τι ήταν για τους ένστολους Δυτικοευρωπαίους αυτά τα αλλόκοτα Βαλκάνια όντα που τους περιτριγυρίζουν; «Απομυθοποίηση» είναι το πρώτο στοιχείο που προκύπτει από τις καταγραφές, υπογραμμίζει ο Σάκης Σερέφας. «Καθώς πλησιάζουν στο λιμάνι κουβαλούν ακόμη τη στερεότυπη προκατασκευασμένη ρομαντική εικόνα για έναν τόπο ξωτικό, μια πόλη μείγμα μεταξύ Ανατολής και Βυζαντίου. Δείχνουν γοητευμένοι από το εξ αποστάσεως θέαμα, χαζεύουν τους μιναρέδες («εξαίσια οπτασία – μοιάζουν με γιγάντια κεριά» γράφει ο Capitain Canudo, θαυμάζουν τον Χορτιάτη και τον Ολυμπο. Μόλις πατούν το πόδι τους στην προκυμαία η αίσθηση αλλάζει. Αποτρόπαιες μυρωδιές («πλανιέται μια διαολεμένη μπόχα όμοια με εκείνη σε κάποιες γειτονιές του Καΐρου», Octafius C. Moore Haines), λάσπη, θόρυβοι, φωνές, επαίτες, «βρώμικα χαμίνια, λαμόγια, κατάσκοποι που συνέρρεαν σε σμήνη» (R. Davis), τους προσγειώνουν. Αντιλαμβάνονται ότι βρέθηκαν μέσα σ’ ένα σκηνικό κατασκευασμένο να υποδεχθεί χιλιάδες φαντάρους από μια φάμπρικα εμπόρων, καταστηματαρχών που κάνουν χρυσές δουλειές πουλώντας τους από ξινισμένα κρασιά και συφοριασμένες πόρνες, ανατολίτικο ντεκόρ και κίβδηλα σουβενίρ, ευρωπαΐζοντα καφέ και αθλία μιούζικ χολ σε μια στημένη ψυχαγωγική ντίσνεϊλαντ (η περιοχή Βαρδαρίου, εθύμιζεν αρχαίαν Αλεξάνδρειαν. Κάθε δύο μέτρα ιδρύετο και ταβέρνα-καταγώγιον».

Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν χιλιάδες ένστολοι – οι «κηπουροί της Θεσσαλονίκης» όπως τους ονόμασαν από τις ασχολίες τους (κατασκευή έργων) μακριά από τα μέτωπα του πολέμου βρίσκουν ανάπαυλα στα λασπωμένα τους αντίσκηνα. Περιφέρονται στην «άκαπνη» πόλη, διασκεδάζουν, ψυχαγωγούνται με θεατρικά έργα σε αυτοσχέδιες σκηνές στα στρατόπεδα, γευματίζουν στον «Ολυμπο» («Οι τιμές του πιο ψηλές κι απ’ το βουνό», Owen Rutter), συνωστίζονται με τους ντόπιους της καλής κοινωνίας στο Floca’s: «Το πιο σικ cafe της πόλης με γλυκά εφάμιλλα μ’ εκείνα οποιασδήποτε patisserie στο Βουλεβάρτο των Καπουτσίνων», συζητώντας για «τον πόλεμο, τη ζέστη και τις μύγες. Και τα τρία τα καταριόμασταν ολόψυχα κι αναρωτιόμασταν αν ποτέ θ’ απαλλαγούμε από κανέναν τους» (H. Collinson Owen). Σαράντα κείμενα, καταγραφές και σπαρταριστές μαρτυρίες με τόνο αντιηρωικό και στοχαστικό διατρέχουν τις σελίδες. Είναι «λόγια ανθρώπων που νιώθουν περαστικοί από τη Θεσσαλονίκη», σημειώνει ο Σ. Σερέφας, «ζορισμένες ψυχές που φορούν τη στολή και την πόλη σαν ξένο δέρμα που βιάζονται να το ξεφορτωθούν». Την ξεφορτώθηκαν άραγε;