ΠΟΛΗ

Αστικοί ερειπιώνες και ανθισμένες κουτσουπιές

astikoi-ereipiones-kai-anthismenes-koytsoypies-2126472

Ο​​ταν αναφέρω σε παλιούς Κυψελιώτες, «χαμένους» εδώ και δεκαετίες σε προάστια, ότι περπάτησα στη Φωκίωνος Νέγρη, στην Πατησίων ή στη Δροσοπούλου, ζητούν να μάθουν τα «νέα». Πώς είναι η περιοχή, αν είναι καλύτερα ή χειρότερα, με αγωνία και δυσπιστία μαζί, ακούω τις ερωτήσεις. Αισθάνομαι ότι επιστρέφω από μακρινό ταξίδι, σε εποχή τεχνολογικά πρωτόγονη, που ο ταξιδιώτης έχει και ρόλο αφηγητή.

Είναι ένα αθηναϊκό φαινόμενο. Η εγκατάλειψη των περιοχών που αγαπήσαμε. Κατανοητό και λογικό, ενδεικτικό της τεράστιας αλλαγής στην Αθήνα. Με τα πόδια από την Ομόνοια ώς τη Φωκίωνος Νέγρη, ηλιόλουστο πρωινό Σαββάτου, πέρασα από το Πολυτεχνείο, βουτηγμένο στη ρυπαρότητα, από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο με το παρεμπόριο στο πεζοδρόμιο και τους μικροπωλητές μέσα-έξω, ενώ κοιτούσα σχεδόν για αντίβαρο τις καπνισμένες προσόψεις των αστικών πολυκατοικιών. Στην οδό Δεριγνύ, έστριψα δεξιά, πέρασα από το «Βανκούβερ Απαρτμάν» που είναι σε κατάληψη, και εκεί κάπου, με υποδέχτηκε η Μαυρομματαίων, ηλιόλουστη και διάφανη.

Αυτό που έβλεπα, βέβαια, ήταν ένας δρόμος σε πτώση και όχι σε σταθερότητα. Τα κτίρια στη Μαυρομματαίων παραμένουν ένα κι ένα, αλλά έχουν πλέον θέα το διαλυμένο Green Park και το Πεδίον του Αρεως που επί της ουσίας έχει καταργηθεί. Προς την Κοδριγκτώνος, πια, κινήθηκα για τη Δροσοπούλου.

Ο δρόμος αυτός, που πήρε το όνομά του από τον Ιωάννη Δροσόπουλο (1870-1939), διοικητή επί σειρά ετών της Εθνικής Τράπεζας, προκαλεί βαθείς αστικούς συνειρμούς καθώς είναι τομή ανάμεσα στην Πατησίων και τους δρόμους πάνω από αυτήν, που επί τουλάχιστον μισόν αιώνα ήταν θερμοκοιτίδα της μεσοαστικής Αθήνας. Οι πρώτες ρηγματώσεις άρχισαν τη δεκαετία του ’70, με τη ρύπανση της ατμόσφαιρας, τον θόρυβο και το ανακάτεμα του πληθυσμού. Αλλά, ώς σήμερα, υπάρχουν σημεία που συγκινούν με την απλότητα, την ομορφιά, την αρχοντιά ή απλώς την απόσυρση από τα εγκόσμια.

Το διώροφο στη Δροσοπούλου 13, ανάμεσα στην Τροίας και την Πιπίνου, είχε αυτήν ακριβώς την αύρα του αστικού ερειπίου, αν και φυσικά δεν ήταν τόσο παλιό, με ιστορικούς όρους, όπως δεν είναι «παλιά» ολόκληρη η Κυψέλη. Θα ήταν χτισμένο στα χρόνια του ’20, μια σωστή μονοκατοικία για μια οικογένεια. Αν και λαβωμένο, το σπίτι αυτό είχε μια τραυματισμένη αξιοπρέπεια. Ηταν συγκινητικό να βλέπει κανείς ότι όταν χτίστηκε θέλησαν (ο ιδιοκτήτης και ο μάστορας που το έχτιζε) να του δώσουν μια συγκρατημένη μεγαλοπρέπεια, με το «λοφίο» στη στέγη, ακριβώς στον άξονα του κεντρικού εξώστη. Κι αν προσέξει κανείς λίγο καλύτερα, θα δει ένα από τα πιο κομψά κιγκλιδώματα στο μπαλκόνι, δύο ρομαντικά στεφάνια, σαν υπόμνηση μιας προγενέστερης εποχής, σαν κέλευσμα σε μια αργόσυρτη τρυφηλότητα.

Κι έμεινε η θέα αυτού του κατάκλειστου σπιτιού να δίνει ακόμη ιστορίες και να προκαλεί τη φαντασία στη σύγχρονη οδό Δροσοπούλου. Οσο βάδιζα στα πεζοδρόμια της με κατεύθυνση τη Φωκίωνος Νέγρη, με συνόδευε η εντύπωση αυτού του σπιτιού που ήταν ένα από τα πολλά, αλλά τώρα είναι ένα από τα λίγα. Περισσότερο, με συγκινούσε η ιστορία της επιβίωσής του, έστω και ως θραύσμα, σπάραγμα και ίχνος μιας άλλης καθημερινότητας, σήμερα διαλυμένης και ενταφιασμένης. Ομως, στη Φωκίωνος οι ανθισμένες κουτσουπιές, με τα μοβ ανθάκια, έφερναν αισθήματα πρώιμης ανοίξεως.