ΥΓΕΙΑ

«Εργαζόμενος, με οικογένεια, ο χρήστης κάνναβης»

ergazomenos-me-oikogeneia-o-christis-kannavis-2085847

Οι συμβουλές που έδιναν προ 20-30 ετών (ανήσυχοι) οι γονείς στα παιδιά τους, προκειμένου να τα ενημερώσουν για τους κινδύνους των ναρκωτικών, ηχούν σήμερα «παρωχημένες». Η κρίση με τους κλυδωνισμούς που επέφερε στους κόλπους της κοινωνίας και της οικογένειας, η εκτενής χρήση του Διαδικτύου, η παγκοσμιοποίηση της αγοράς, αλλά και νέες τάσεις διαμόρφωσαν ένα διαφορετικό τοπίο στις εξαρτήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η κάνναβη γίνεται ολοένα και πιο «δημοφιλής», οι ψυχοδραστικές ουσίες πολλαπλασιάζονται, ενώ οι ουσιοεξαρτώμενοι στην Ελλάδα φαίνεται ότι δοκιμάζουν «λίγο απ’ όλα».

Σύμφωνα με πανελλήνια έρευνα του ΕΠΙΨΥ (Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής) όσον αφορά τις συμπεριφορές που σχετίζονται με την υγεία των μαθητών – εφήβων, το ποσοστό των εφήβων που έχουν κάνει χρήση κάνναβης σε ηλικία 15 ετών στη χώρα μας αυξάνεται. Συγκεκριμένα, 9,6% των ερωτηθέντων το 2014 έχουν κάνει χρήση κάνναβης τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους.

Εν προκειμένω, υπερτερούν τα αγόρια, τα οποία αναφέρουν «πρόσφατη χρήση και επαναληπτική». Υψηλότερα είναι τα ποσοστά στα δύο αστικά κέντρα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Η αυξητική τάση έχει διαφανεί από τα προηγούμενα χρόνια: το 2010 ήταν 7%, ενώ το 2006 ήταν 3,7%.

Η «στροφή» στην κάνναβη έχει ως συνέπεια εδώ και περίπου πέντε χρόνια να προσέρχονται στις θεραπευτικές δομές έφηβοι και ενήλικες με αίτημα την απεξάρτηση από αυτή την ουσία, όπως αναφέρουν επιστημονικοί υπεύθυνοι στο ΚΕΘΕΑ και το 18 ΑΝΩ. «Η ανοχή που έχει αναπτύξει η κοινωνία έναντι της κάνναβης, αλλά και η προσβασιμότητα στην εν λόγω ουσία είναι μερικοί εκ των παραγόντων που έχουν οδηγήσει στην εν λόγω στροφή» σχολιάζει στην «Κ» ο δρ Βασίλης Γκιτάκος, διευθυντής του ΚΕΘΕΑ.

«Αμοιρη» ευθυνών, βέβαια, δεν είναι η κοινωνική πραγματικότητα, καθώς «οι συνθήκες που προτρέπουν τους ανθρώπους στη “φυγή” αυξάνονται, ενθαρρύνοντας έτσι την εκτεταμένη χρήση ουσιών» σχολιάζει ο ίδιος. Υπό το ίδιο πρίσμα ερμηνεύεται και η μεγαλύτερη ηλικία, κατά την οποία αποφασίζουν σήμερα την έναρξη θεραπείας οι χρήστες.

«Το προφίλ των χρηστών κάνναβης, ωστόσο, διαφέρει κατά κανόνα» προσθέτει, «πρόκειται για εργαζόμενους με οικογένεια και κοινωνικό κύκλο, εξ ου και ενδείκνυνται γι’ αυτούς οι ανοικτές θεραπευτικές δομές». Αναφορικά με τους έφηβους χρήστες, «η εξάρτησή τους από την κάνναβη θυμίζει εκείνη από την ηρωίνη, υπό την έννοια ότι το στοιχείο της βίας είναι πολύ έντονο» σχολιάζει ο κ. Δημήτρης Υφαντής από το 18 ΑΝΩ – «πρόκειται για αυτοκαστροφική βία εναντίον του εαυτού τους».

H νέα αυτή πραγματικότητα ήταν ένας από τους λόγους που συσπείρωσαν τους εργαζόμενους στους δύο φορείς κατά της οργάνωσης του «Φεστιβάλ Κάνναβης», αρχές Μαΐου στην Αθήνα.

«Ως εργαζόμενοι/ες στην πρόληψη, τη θεραπεία και την κοινωνική ένταξη εξαρτημένων ανθρώπων αγωνιζόμαστε και διεκδικούμε όχι την απελευθέρωση κάποιας ψυχοδραστικής ουσίας, αλλά την απελευθέρωση της ανθρώπινης ουσίας, της δημιουργικότητας, της αυτοεκτίμησης, της διάθεσης για ζωή, των δυνατοτήτων αναζήτησης νέων οριζόντων χειραφέτησης» επισήμαναν στην επιστολή διαμαρτυρίας τους.

Στο νέο τοπίο στη χρήση των ναρκωτικών σημαντικό ρόλο παίζει και η τιμή. Αυτό αποτελεί αναμφισβήτητα ένα «δέλεαρ» για την κάνναβη, ωστόσο στην αγορά – διαδικτυακή ή μη- υπάρχουν και πολύ φθηνότερα «προϊόντα». Το «σίσα», το ναρκωτικό των φτωχών, πωλείται έναντι 3 ή 4 ευρώ, αλλά η χρήση του επιφέρει τη συντομότερη κατάληξη, με συνέπεια να μη φθάνουν καν οι χρήστες στο στάδιο να ζητήσουν βοήθεια…

Παράλληλα, φαινόμενο αποτελεί η εμφάνιση συνεχώς νέων ψυχοδραστικών ουσιών στην Ελλάδα, αλλά και στις υπόλοιπες χώρες-μέλη της Ε.Ε., που συνήθως παρασκευάζονται μαζικά σε χώρες εκτός Ε.Ε. και διανέμονται εν συνεχεία μέσω Ιντερνετ. Μόνο το 2013 αναφέρθηκαν 81 νέες τέτοιες ουσίες, 74 το 2012, 49 το 2011 και 41 το 2010. «Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι καταγεγραμμένες ως παράνομες με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διωχθούν» σημειώνει ο δρ Γκιτάκος.

Σε κάθε περίπτωση, οι ουσιοεξαρτώμενοι στην Ελλάδα φαίνεται ότι δοκιμάζουν «λίγο απ’ όλα». Σε ποσοστό 71,7% είναι πολυχρήστες, συνδυάζοντας ηρωίνη με οτιδήποτε άλλο κυκλοφορεί στην αγορά. «Ελλείψει χρημάτων, δεν έχουν επιλογές, αναμειγνύουν χημικές ουσίες, ακόμα και διαφορετικής φύσεως, κατασταλτικές με ανασταλτικές για παράδειγμα» καταλήγει ο κ. Υφαντής.