ΠΡΟΣΩΠΑ

Πηνελόπη Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ στην «Κ»: Επικίνδυνη η κλιμάκωση ΗΠΑ – Κίνας

gkka_20_1905_page_1_image_0002

Τους φόβους της για την εμπορική σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών με την Κίνα και τις συνέπειές της εκφράζει στην αποκλειστική συνέντευξή της στην «Κ» η Πηνελόπη Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας και καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ.

«Η προσδοκία μας για την παγκόσμια οικονομία φέτος είναι ότι θα υπάρξει ελαφρά επιβράδυνση, χωρίς να αναμένεται κάποια σημαντική κρίση ή νέα ύφεση», αναφέρει η κ. Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ, η οποία βρέθηκε στην Αθήνα την περασμένη εβδομάδα για μια εκδήλωση που διοργάνωσε το ΙΟΒΕ. «Υπάρχουν όμως σημαντικοί κίνδυνοι επιδείνωσης της κατάστασης. Ο σοβαρότερος είναι η αβεβαιότητα πολιτικής, είτε μιλάμε για γεωπολιτική ή για τις τρέχουσες εντάσεις στις εμπορικές σχέσεις, ειδικά μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, αλλά και μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Οι εντάσεις αυτές ενδέχεται στο προσεχές μέλλον να επηρεάσουν αρνητικά την παγκόσμια οικονομία».

Η επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας παραδέχεται ότι δεν περίμενε η αντιπαράθεση ΗΠΑ και Κίνας να φτάσει σε αυτό το σημείο. «Ολοι νομίζαμε ότι οι αναφορές στην Κίνα ήταν απλώς μέρος της αμερικανικής προεκλογικής εκστρατείας – κάτι που συνηθίζεται στις ΗΠΑ, όπου υπάρχει υποστήριξη για μέτρα προστατευτισμού στις τάξεις αμφοτέρων των μεγάλων κομμάτων. Ο Τραμπ, όμως, σε αντίθεση με τους προκατόχους του, έκανε πράξη τις απειλές για επιβολή δασμών, και η κατάσταση ολοένα και κλιμακώνεται. Εχοντας αποδείξει ότι οι απειλές του είναι αξιόπιστες, ίσως να πετύχει κάποιες από τις αλλαγές που επιθυμεί. Δεν είναι όμως σαφές πλέον τι θα συνιστούσε μια θετική έκβαση. Ακόμη και αν επέλθει μια συμφωνία και οι δασμοί αποσυρθούν, το σύστημα διεθνούς εμπορίου και οι κανόνες που το διέπουν θα έχουν υποστεί πλήγμα. Αν μια μεγάλη χώρα, που έχει τη δύναμη να το κάνει, στέλνει το σήμα ότι επιτρέπεται να παρακάμπτεις τους κανόνες όταν σε συμφέρει, αυτό υπονομεύει το σύστημα, το σπρώχνει προς μια μορφή αναρχίας».

Αβεβαιότητα

Είναι σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες –η χώρα που εδραίωσε το πολυμερές σύστημα διεθνούς εμπορίου– η πιο σημαντική πηγή της αβεβαιότητας για το μέλλον του; «Σίγουρα οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεισφέρουν σε αυτήν. Δεν βοηθούν. Ο προβληματισμός των ΗΠΑ με το σύστημα του διεθνούς εμπορίου δεν είναι κάτι καινούργιο –υπήρχε και πριν από την κυβέρνηση Τραμπ– και είναι εν μέρει δικαιολογημένος. Οσο για την Κίνα, ωφελήθηκε τρομερά από το σύστημα αυτό και δεν επιθυμεί να το δει να αλλάζει».

Θα έπρεπε οι ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης να επιδιώκουν την περαιτέρω απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου; Ή τα όποια επιπλέον οφέλη είναι ανεπαρκή για να δικαιολογήσουν το κόστος που θα υποστούν οι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης;

«Υπάρχουν κάποιοι, όπως ο Ντάνι Ρόντρικ, που ισχυρίζονται πως τα όποια οφέλη της περαιτέρω εμβάθυνσης της παγκοσμιοποίησης για τις ανεπτυγμένες οικονομίες θα είναι μηδαμινά σε σύγκριση με τις αρνητικές διανεμητικές συνέπειες, που θα είναι πολύ μεγάλες, και ότι η τάση για περαιτέρω απελευθέρωση είναι μια ατζέντα των πολυεθνικών για να αυξήσουν τα κέρδη τους. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα συμφωνούσα με αυτό. Σκεφθείτε, για παράδειγμα, το διασυνοριακό εμπόριο των υπηρεσιών στην Ευρώπη· παραμένει πολύ περιορισμένο. Αυτό συνδέεται με τους όρους αδειοδότησης σε κάθε κράτος, που είναι σημαντικό να υπάρχουν για να διασφαλίζουν την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών, αλλά μπορούν να αποτελέσουν και πρόφαση για την επιβολή φραγμών στην είσοδο της εκάστοτε χώρας. Σχετικά με τις αναπτυσσόμενες χώρες, παρεμπιπτόντως, πριν να έρθω στην Παγκόσμια Τράπεζα, δεν ήμουν ένθερμη υποστηρίκτρια της άνευ όρων απελευθέρωσης του εμπορίου. Πλέον όμως, βλέποντας από πρώτο χέρι την κατάσταση των χωρών αυτών, έχω πραγματικά εκτιμήσει την αξία του ελεύθερου εμπορίου. Σε πολλές από αυτές τις χώρες δεν ξέρει κανείς από πού να ξεκινήσει – δεν έχουν θεσμούς, δεν έχουν ανθρώπινο κεφάλαιο, δεν έχουν δημοσιονομικές δυνατότητες… Το εμπόριο είναι η ιδανική αφετηρία όταν μιλάμε για πολύ χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης. Αρα αυτές οι χώρες θα ωφεληθούν τρομερά εάν ανοίξουν τις οικονομίες τους».

Οι προκλήσεις της Ε.Ε.

Σχετικά με την Ευρώπη, η κ. Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ αναφέρει ότι «αντιμετωπίζει μια σειρά από σοβαρές προκλήσεις», μία από τις σημαντικότερες από τις οποίες «είναι η γήρανση του πληθυσμού, που είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Μια πιθανή λύση είναι η μετανάστευση, αλλά το συγκεκριμένο θέμα είναι εξαιρετικά ευαίσθητο και δεν βλέπω να αλλάζει κάτι στο προσεχές μέλλον. Η άλλη λύση είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας· αλλά δεν είμαι σίγουρη αν οι Ευρωπαίοι το επιθυμούν πραγματικά αυτό. Με το βιοτικό επίπεδο ήδη πολύ υψηλό, ειδικά στη Βόρεια Ευρώπη, υπάρχει μια τάση εστίασης σε άλλα ζητήματα: ισορροπία εργασίας και οικογενειακής ζωής, περιβάλλον κ.ο.κ.».

Σχετικά με την επιχειρηματικότητα, σημειώνει, το συγκριτικό μειονέκτημα της Ευρώπης είναι ο κατακερματισμός: «Υπάρχουν startups στην Ευρώπη, αλλά η εσωτερική αγορά τους είναι πολύ μικρή».

Μια άλλη κρίσιμη διαφορά με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι η νομοθεσία για την πτώχευση: «Στις ΗΠΑ, εάν δεν πάει καλά η εταιρεία σου, το χειρότερο που θα σου συμβεί θα είναι να χάσεις τα χρήματά σου και να έχεις κακή πιστωτική αξιολόγηση για κάποια χρόνια. Στην Ευρώπη, συχνά μπορεί να καταλήξεις στη φυλακή. Αυτό αποθαρρύνει την ανάληψη ρίσκου».

Προσαρμογή

H κ. Κουγιανού-Γκόλντμπεργκ έχει τονίσει, σε παλαιότερη συνέντευξή της, τη σημασία διεθνείς οργανισμοί, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, να εξετάσουν τις ειδικές συνθήκες που επικρατούν σε χώρες όπου δραστηριοποιούνται, αντί να εφαρμόζουν μία γενική συνταγή για όλους. Θεωρεί ότι η Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έκαναν αυτό το λάθος στο παρελθόν; «Νομίζω ότι η Παγκόσμια Τράπεζα έχει βελτιώσει πολύ τις επιδόσεις σε σχέση με το μακρινό παρελθόν, κατά την εποχή της ηγεμονίας της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον. Το συγκεκριμένο πλέγμα πολιτικών λειτούργησε πολύ καλά σε πολλά μέρη. Αλλά οι πιο προβεβλημένες ιστορίες επιτυχίας αφορούσαν χώρες που προσάρμοσαν το γενικό πλαίσιο, το οποίο αποσκοπούσε στην ενίσχυση της οικονομίας της αγοράς, στις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν εκεί».