ΠΡΟΣΩΠΑ

Δάκης: «Το τραγούδι σήμερα είναι θέμα ορμονών»

dakis-to-tragoydi-simera-einai-thema-ormonon-2012966

Εχει υμνήσει τον έρωτα όσο λίγοι τραγουδιστές, και άλλο τόσο το καλοκαίρι. Nτυμένος στα λευκά τα χρόνια του ’70, σύμφωνα με το πρότυπο ήλιος, θάλασσα, αστέρια και μια Ελλάδα που προσπαθεί να ορθοποδήσει μέσα από τις μικροαπατεωνιές της Ρένας Βλαχοπούλου, στις ταινίες του Αλέκου Σακελλάριου με τις μουσικές του Μίμη Πλέσσα.

Ο Δάκης (κανείς δεν τον φώναζε Βρασίδα), με τα παντελόνια καμπάνα και τα ανοιχτά πουκάμισα της εποχής, ευγενής και χαμογελαστός, επανέρχεται πολλές φορές στην οθόνη μέσα από τις παλιές ταινίες και άλλες φορές σε τηλεοπτικά καλέσματα, δικαιολογίες για να μην ξεχνάμε τους παλιούς καλλιτέχνες.

Μένει στην Κύπρο, πηγαινοέρχεται, δεν κάνει συχνές εμφανίσεις, όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί, όπως λέει, «στην Ελλάδα παροπλίζουν τους παλιούς, ακόμη και αν αντέχουν». Αναλλοίωτος έφτασε στη μαρίνα του Π. Φαλήρου, ταιριαστός στην ατμόσφαιρα. Η ευγένειά του έκανε τους υπαλλήλους στο πάρκινγκ να κοντοσταθούν, ενώ στο καφέ φαινόταν γνώριμος.

Φέρνει το παράδειγμα του Τόνι Μπένετ που έβγαλε δίσκο με νεότερους συναδέλφους του, από τη Μαντόνα μέχρι τη Lady Gaga και την αδικοχαμένη Εϊμι Γουάινχαουζ. «Εδώ δεν σκεφτόμαστε έτσι». Σπεύδει να εξηγήσει ότι έζησε ωραία τις δεκαετίες ’60 και ’70, «καλλιτεχνικά και οικονομικά», ότι ήταν τυχερός, αλλά και «προετοιμασμένος για τον καιρό που θα σταματήσω».

Οι τακτικές εμφανίσεις στην Κύπρο τον οδήγησαν να αγοράσει εκεί ένα διαμέρισμα. «Εχω καλούς φίλους, κάνω τα μπάνια μου σε αγνές παραλίες, τραγουδάω αν τύχει κάτι. Πριν από δύο χρόνια εμφανιζόμουν σε ένα καλό ξενοδοχείο». Ενα πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε, λύθηκε. Μου δείχνει το αόρατο σημάδι στο μάγουλο. «Επαθα μπλακ άουτ, την ώρα που τραγουδούσα. Πέφτοντας έσπασα τον τένοντα και ένα κόκαλο στο πρόσωπο. Αξονικές, μαγνητικές, ατέλειωτες εξετάσεις. Τελικά, οι προβολείς και τα λέιζερ τόσα χρόνια κάτι προκάλεσαν σε ένα κύτταρο του εγκεφάλου. Μου έδωσαν χάπια από αυτά που δίνουν σε όσους πάσχουν από επιληψία. Επαθα κατάθλιψη. Ευτυχώς η περιπέτεια τελείωσε…».

Στον καιρό του, η ποπ είχε «ρομαντισμό, φινέτσα, ευγένεια. Τώρα έχουμε καλές φωνές αλλά μέτρια τραγούδια». Οταν ήρθε το 1964 στην Ελλάδα από την Αλεξάνδρεια, από σύμπτωση ηχογράφησε τους δύο πρώτους δίσκους του, ενώ για να μεταδοθούν από το ραδιόφωνο έπρεπε να δώσει εξετάσεις στο ΕΙΡ. Κόπηκε δύο φορές, αλλά τότε «όλοι περνούσαν από κόσκινο. Σήμερα το τραγούδι είναι θέμα ορμονών, χρειάζεται κοιλιακούς και γνωριμίες. Οι γυναίκες βγάζουν  τα ρούχα και οι άντρες επιδεικνύουν τα μπράτσα».

Υπηρέτησε το μοντέρνο τραγούδι, τραγούδησε και ελαφρύ λαϊκό: Πλέσσα, Σπανό, Χατζηνάσιο, Κατσαρό, Χατζή, Πυθαγόρα, Λευτέρη Παπαδόπουλο, Μάνο Ελευθερίου κ.ά. «Τότε δεν υπήρχαν πολλοί να τραγουδήσουν σε άλλες γλώσσες και με κατηύθυναν όπως τα λέγαμε, στα “ξένα”. Ωσπου ο Πλέσσας με αφορμή την ταινία “Η θεία μου η χίπισσα» μου έδωσε να τραγουδήσω το “Τόσα καλοκαίρια”. Θα μπορούσα να πω και λαϊκά όμως. Μου άρεσε πολύ ο Τσιτσάνης».

Ατακτο αγόρι

Εικοσάρης ήταν τότε, αλλά φινετσάτος για λαϊκές ρωγμές. «Το αγόρι που κάθε μαμά ήθελε για γιο και κάθε γιαγιά για εγγονό», συμπληρώνει γελώντας. Ετσι όμορφο σαν τον έβλεπε η μητέρα του, ποτέ δεν τον φώναζε Βρασίδα (Χαραλαμπίδης το επίθετο) αλλά Δάκη. Αλεξανδρινός τρίτης γενιάς (η γιαγιά από τη Σμύρνη, ο παππούς Κρητικός), έζησε «ανέμελα ευτυχισμένα χρόνια κοντά στη θάλασσα σε μια πολυεθνική γειτονιά, χωρίς προβλήματα. Ημουν τόσο άτακτος, που η μάνα μου έλεγε “άλλο παιδί δεν κάνω”».

Ο πατέρας ήταν λογιστής σε μια μεγάλη εταιρεία. Δεν του άρεσε καθόλου η μουσική. Αν έπαιζε το ραδιόφωνο όταν έμπαινε σπίτι, το έκλεινε. Η μητέρα αγαπούσε τη μουσική, ο αδελφός της ήταν παλιός τραγουδιστής – ηθοποιός, ενώ ξάδελφός μου είναι και ο Ντέμης Ρούσος. Λάτρευα το ραδιόφωνο, κυρίως το Β΄ Πρόγραμμα, ένιωθα ότι άγγιζα την Ελλάδα ακούγοντάς τις φωνές της Γιοβάννας, της Μούσχουρη, του Βογιατζή, που ήταν το ίνδαλμά μου».

Στην Αθήνα ήρθε για σπουδές και τυχαία βρέθηκε να τραγουδάει στην Κηφισιά. Τα άφησε όλα. Για τη δισκογραφία της εποχής ήταν λαχείο. Φαινόταν κοσμοπολίτης και μιλούσε πέντε γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, αραβικά, ισπανικά, ιταλικά). Ο ίδιος ήταν ένας μετρημένος 20άρης που έμενε στην αυστηρών αρχών θεία του στην Κυψέλη, προτού φέρει τους γονείς στην Ελλάδα.

Παραδέχεται πως έκανε λάθη. «Αλλες φορές, όμως, αποδείχτηκαν σωστά. Οταν μου έφερε ο Μάτσας το “Tu veux ou tu veux pas” της Μπαρντό, δεν ήθελα να το πω. Ακούγοντας την ηχογράφηση, είπα “Μάκη, είναι ρεζιλίκι, μην το βάλεις τον δίσκο”. Το έβαλε. Τότε μας έστελναν ένα δίσκο στο σπίτι. Οταν τον άκουσα, είπα καταστράφηκα. Εγινε επιτυχία, όμως ακόμη δεν μπορώ να ακούσω αυτή την εκτέλεση. Υπάρχουν τραγούδια που τα πίστεψα και δεν άστραψαν, και άλλα που δεν τα εκτίμησα και με διέψευσαν, όπως το “Μια σου λέξη”».

Παρακολουθεί τον χώρο του μέσω της τηλεόρασης. «Δεν πηγαίνω σε νυχτερινά μαγαζιά». Φταίει το κοινό, που έγινε αδηφάγο; Τον ρωτάω. «Η νοοτροπία του είναι ίδια. Ο,τι με εκνεύριζε συνεχίζει να με ενοχλεί. Οπως τα ρεζιλίκια που έκαναν στον Παντελίδη. Είδα σκηνές που πετούσαν κασόνια, καρέκλες, μαξιλάρες, τραπέζια… Με σόκαραν».

Και ο διασκεδαστής δεν τον σόκαρε, που τους ευχαριστούσε για τη συμπεριφορά αρένας; «Δεν ξέρω, ίσως από ντροπή δεν αντιδρούσε. Το κοινό, μην ξεγελιέστε, πάντα είχε άγριες διαθέσεις».

Χτυπάει ξύλο που η φωνή του διατηρείται ακόμη. Δεν σας φαίνονται τα εβδομήντα, αρπάζω την ευκαιρία. «Αν διέκρινα ότι είχε πρόβλημα η φωνή, θα σταματούσα. Αν σταματήσω, το ξέρω, θα μαραζώσω. Και με είχε προειδοποιήσει η Νινή Ζαχά: “Βρε παιδί μου, μάθε μπιρίμπα για να ’χεις καλά γεράματα”».

«Ημουν χαζά αγνός, αθώος και άσχετος»

Απωθημένο του έμεινε ότι δεν συνεργάστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι. «Ελεγα πάντως τραγούδια του, και του Θεοδωράκη, στα μαγαζιά. Τότε η εταιρεία έδινε την κατεύθυνση και ακολούθησα». Μια εποχή έντονη και πολιτικοποιημένη. «Θα φανεί παράξενο, αλλά ούτε ανακατεύτηκα ούτε σκέφθηκα ποτέ περί πολιτικοποιημένου τραγουδιού. Ο νους μου ήταν να τραγουδήσω σωστά και να επιβιώσω γιατί στην αρχή ήμουν μόνος».

Πώς μπορεί ένας νεαρός της δεκαετίας του ’70 να μην έβλεπε τι συμβαίνει γύρω του; Σε μια εποχή που η προνομιούχα Ελλάδα διασκέδαζε στα Αστέρια και στη Νεράιδα, ένας άλλος κόσμος στοιβαζόταν στις φυλακές Αβέρωφ και στα κρατητήρια. «Ντροπή μου, αλλά δεν πήρα χαμπάρι. Είχα έρθει από διαφορετικό περιβάλλον, σχεδόν αποστειρωμένο. Στην Αίγυπτο ζούσα σε γυάλα. Υπήρχε ο Νάσερ, αλλά σπίτι δεν συζητούσαμε ποτέ. Δεν είχα κάποιον να με μπολιάσει. Ημουν χαζά αγνός, αθώος και άσχετος».

Ούτε στην Ολυμπιάδα της χούντας που τραγούδησε –μαζί, βεβαίως, με πολλούς άλλους…– κατάλαβε τι γινόταν; «Πολλοί πήγαμε εκεί. Μου είπαν ότι είναι ένα φεστιβάλ, δεν ήξερα. Τώρα έμαθα, αλλά είναι δυστυχώς αργά», λέει αφοπλιστικά. Υστερα η συζήτηση στρέφεται στην επεισοδιακή συναυλία των Ρόλινγκ Στόουνς το 1967, στην οποία συμμετείχε στην έναρξη. «Τραγούδησα κι έφυγα γιατί δεν μου άρεσε ποτέ αυτό το συγκρότημα, γενικά οι χίπις, τα μαλλιά, τα ναρκωτικά. Ημουν θαυμαστής των Μπιτλς, της μελωδικής σχολής, με λατρεία στη Δαλιδά».

Ο Δάκης ζει μόνος, αλλά δεν του έλειψε η οικογένεια. «Δεν θα ήμουν καλός πατέρας. Ο δικός μου ήταν πολύ αυστηρός. Οταν πήγαινα σε πάρτι έπρεπε να είμαι το αργότερο στις 12 σπίτι. Επρεπε να τρώμε όλοι μαζί, να του μιλάω στον πληθυντικό. Ενας σεβασμός παλαιάς κοπής».

Στην Κύπρο κοιμάται και ξυπνάει νωρίς. «Τα έκοψα όλα. Κάπνιζα κάποτε κι έπινα όπως κάθε επιπόλαιος νέος. Περπατάω, βλέπω σίριαλ, τα “Φιλαράκια”, το “Πενήντα-πενήντα”, τώρα το “Voice”». Εχει κάνει 36 δίσκους και τώρα ο Μίμης Πλέσσας του πρότεινε να ξαναπούν τραγούδια που δεν έγιναν επιτυχίες. «Να τους δώσουμε τη δεύτερη ευκαιρία».

Το τραγούδι που συνήθως του ζητούν είναι το «Τόσα καλοκαίρια». Υπάρχουν όμως κι εκείνα που αποφεύγει, όπως το «Κορίτσι, στάσου να σου πω»: «Δεν είναι της ηλικίας μου», λέει.

Αν όμως αυτή ήταν η χαριτωμένη ποπ των πρώτων χρόνων του Δημοτικού των σημερινών 50άρηδων, βγαίνοντας από το καφέ, ένα τσούρμο γυμνασιόπαιδα που τιτίβιζαν στη μαρίνα κοντοστάθηκαν σαν τον προσπέρασαν: «Αυτός είναι!». Είχαν δει, βλέπετε, το κακέκτυπο του Δάκη, στο «Your Face Sounds Familiar». Τώρα έβλεπαν και το πρωτότυπο.