ΠΡΟΣΩΠΑ

Κωνσταντίνος Παρθένης, πρωτοπόρος του Μοντερνισμού στην Ελλάδα

29s3parthenis1
29s3parthenis20
29s3parthenis30

Αν κάποιος παρατηρήσει προσεκτικά το έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη «Το μικρό εκκλησάκι της Κεφαλονιάς», θα πάρει γεύση των περισσότερων στοιχείων της τέχνης του δημιουργού του. Θα δει τη μεγάλη σημασία του σχεδίου που περιγράφει τον κόσμο και την απόλυτη αντίληψη του χρώματος. Θα αντιληφθεί ακόμα την έννοια του πνευματικού χώρου και τα όρια που τον περιβάλλουν. Πάνω από όλα όμως θα εισπράξει εκείνο το έντονο συναίσθημα, απροσδιόριστο και ταυτόχρονα τόσο ξεκάθαρο, όπως μόνο με τα μεγάλα έργα της τέχνης συμβαίνει.

Αυτόν τον πίνακα μαζί με πολλούς άλλους του μεγάλου δασκάλου μπορεί κανείς να περιεργαστεί στους τρεις ορόφους του Ιδρύματος Θεοχαράκη, που φιλοξενεί την έκθεση «Κωνσταντίνος Παρθένης: Τέχνη και Πνεύμα». Εκεί, ο Παρθένης εξετάζεται θεματικά μέσα από τις τοπιογραφίες του, τις αλληγορίες, τις προσωπογραφίες, τις νεκρές φύσεις και τα θρησκευτικά έργα. Τα τελευταία μάλιστα, στα οποία και αφιερώνεται ολόκληρη αίθουσα, έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον αφού αναδεικνύουν την ιδιαίτερη πνευματικότητα του ζωγράφου, την πίστη στην παράδοση και παράλληλα την ανανεωτική του ματιά πάνω στη θρησκευτική εικονογραφία. Η αντιπαραβολή των πιο παραδοσιακών έργων, όπως αυτά που φιλοτέχνησε για τον Ιερό Ναό του Αγίου Αλεξάνδρου Παλαιού Φαλήρου, με τον εκμοντερνισμένο «Ευαγγελισμό» είναι ενδεικτική αυτής της «συνύπαρξης». Τα κείμενα του Νίκου Ζία –που επιμελείται και την έκθεση–, της Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα και του Σπύρου Μοσχονά συνοδεύουν τους πίνακες και περιλαμβάνονται στον πολυσέλιδο κατάλογο, προσφέροντας μια εικόνα τόσο της τέχνης όσο και της ζωής του ζωγράφου.

Βασικός εκπρόσωπος και πρωτοπόρος του Μοντερνισμού για την Ελλάδα, ο Παρθένης έφτασε στη χώρα το 1903 έπειτα από πολυετή παραμονή στο εξωτερικό όπου και προσέλαβε μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής του παιδείας. Στο Παρίσι γνώρισε την παλέτα των ιμπρεσιονιστών, ενώ στη Βιέννη επηρεάστηκε από την περίφημη Sezession του Γκ. Κλιμτ. Με αυτά τα εφόδια αλλά και την ώριμη αξιοποίηση της ελληνικής παράδοσης, της οποίας ήταν άριστος γνώστης, ξεκίνησε μια πορεία που σχετικά σύντομα τον καταξίωσε σε κοινωνικό και καλλιτεχνικό επίπεδο με μεγάλες εκθέσεις και τον διορισμό του τελικά στη Σχολή Καλών Τεχνών. Η συνέχεια όμως δεν ήταν εξίσου ρόδινη. «Η Ελλάδα στην εποχή του Παρθένη δεν ήταν συντονισμένη με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις», μας λέει ο κ. Δημήτρης Παυλόπουλος, καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών. «Εκείνος μιλούσε για την τέχνη του Σεζάν, ένα πρόσωπο πρακτικά άγνωστο τότε στους Ελληνες συναδέλφους του, ενώ και ο τρόπος που δίδασκε ήταν ξένος με την ώς τότε παράδοση». Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, ο Παρθένης σταδιακά αποστασιοποιείται για να φτάσει το 1947 στην παραίτηση από τη Σχολή και την οριστική απόσυρση στο σπίτι-εργαστήριό του μέχρι τον θάνατό του το 1967.

Οπως επισημαίνει ο κ. Δ. Παυλόπουλος, «φυσιογνωμίες σαν τον Παρθένη είναι μετεωρίτες. Η ιδιαίτερη και βαθιά πνευματική ζωγραφική του δεν άφησε επιγόνους και όσοι μιλούν για ένταξή του σε τάσεις και κινήματα κάνουν λάθος». Οντως, παρόλο που η διδασκαλία του στη Σχολή προσείλκυσε το ενδιαφέρον αρκετών μετέπειτα σπουδαίων καλλιτεχνών όπως ο Γ. Τσαρούχης και ο Ν. Εγγονόπουλος, δύσκολα θα λέγαμε ότι αυτοί υιοθέτησαν το στυλ του. Εκείνο ωστόσο που αναμφισβήτητα άφησε ο Κωστής Παρθένης (όπως τον έλεγαν οι δικοί του) είναι τα έργα του. Σε αυτά αφιέρωσε όλη του τη ζωή και είναι χαρά κάθε φίλου της τέχνης να τα θαυμάζει σε εκθέσεις όπως αυτή του Ιδρύματος Θεοχαράκη.