ΠΡΟΣΩΠΑ

Στέφαν Τσβάιχ, επέστρεψε ως ένας άνθρωπος της εποχής μας

stefan-tsvaich-epestrepse-os-enas-anthropos-tis-epochis-mas-2040478

Υπήρχε εποχή, όχι μακρινή, που συγγραφείς όπως ο Στέφαν Τσβάιχ ήταν οι αγαπημένοι των γονιών μας. Ηταν από νωρίς πολυμεταφρασμένος και στα ελληνικά και σε φτηνές ή λιγότερο φτηνές εκδόσεις τον έβρισκες σε όλα τα βιβλιοπωλεία, δίπλα στα μυθιστορήματα του Εριχ Μαρία Ρεμάρκ, του Κρόνιν, του Ρομέν Ρολάν, του Σολόχοφ, του Τολστόι, του Σόμερσετ Μομ, της Περλ Μπακ… έτσι ήταν παλιά. Οι όχι πολλές μεταφράσεις ήταν αραδιασμένες στους πάγκους. Ανάκατα.

Οταν ο «Πάπυρος» εγκαινίασε τη σειρά των Βίπερ το έτος 1970, περιέλαβε σε δύο τόμους τη βιογραφία της Μαρίας Στιούαρτ από τον Στέφαν Τσβάιχ. Ηταν γνωστός ως ο συγγραφέας του «24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας» (με τον κρυπτο-σεξουαλικό μανδύα του) και του «Αμόκ» αλλά και των δημοφιλών βιογραφιών του, όπως της Μαρίας Αντουανέτας.

Διάβασα το «Αμόκ και άλλες νουβέλες» αυτό το καλοκαίρι στη θαυμάσια έκδοση των εκδόσεων «Αγρα» (σε εξαίσια μετάφραση, όπως πάντα, της Μαρίας Αγγελίδου) και ένιωσα σαν να διάβαζα έναν από τους «νέους» τίτλους της σεζόν, καθώς ο Τσβάιχ είναι πλέον, με τις επανεκδόσεις του, κομμάτι της λογοτεχνικής παραγωγής. Εδώ και χρόνια. Και όχι μόνο στην Ελλάδα.

Πριν από λίγα χρόνια κοιτούσα έκπληκτος τη λίστα των μπεστ σέλερ στο γαλλικό περιοδικό «L’ Express», στην οποία υπήρχαν 1-2 τίτλοι του Τσβάιχ στην πρώτη δεκάδα μαζί με σύγχρονα μυθιστορήματα της Anna Gavalda και της Jodi Picoult. Η παλινόρθωση είχε πλέον συντελεστεί σε ένα διεθνές περιβάλλον, στο οποίο υπήρχαν πολλοί λόγοι να εξοικονομηθεί χώρος για έναν συγγραφέα που όσο λίγοι εκπροσώπησε την εποχή του (1890-1940) και την περιοχή του (Μεσευρώπη).

Ο Τσβάιχ είχε πατήσει σε δύο κόσμους και τους δύο τους έζησε στο μεδούλι του. Τον κόσμο πριν από το 1914, την μπελ επόκ, και τον κόσμο του Μεσοπολέμου, των νέων συνόρων και της ναζιστικής απειλής. Το 1942 αυτοκτόνησε μαζί με τη γυναίκα του στη Βραζιλία. Η δραματική κορύφωση μιας ζωής, τόσο αρχετυπικά ευρωπαϊκής, είχε όλον τον συμβολισμό για το τέλος του παλιού κόσμου, του παλιού τρόπου και των παλαιών αξιών. Ισως και εμείς να βιώνουμε με έναν άλλον τρόπο τη ραγισμένη ισορροπία ανάμεσα σε δύο κόσμους. Μπορεί να μη ζήσαμε ένα «1914» και να το έχουμε σύνορο, τομή, ρήγμα και αφετηρία, αλλά έχουμε πολλά, μικρά και λιγότερα μικρά «1914» για να μας υπενθυμίζουν ότι και οι δικές μας γενιές βιώνουν τη βίαιη μετατόπιση ή την ιλιγγιώδη διολίσθηση. Οπως ο Τσβάιχ.

Θελκτικές αντιφάσεις

Αυτός ο «Κόσμος του χθες», το αριστοτεχνικό βιβλίο του Τσβάιχ, που είναι κατά ένα τρόπο η βιογραφία της καθημερινότητας της «φωτεινής» εποχής πριν από το 1914, είναι εν πολλοίς μια διαθήκη που ξεπερνά το φράγμα του θέματός της. Στα δικά μας μάτια, ξαναγίνεται μία Βίβλος για την Ευτυχία, έτσι όπως την τραγούδησε, την ύμνησε και εν τέλει την πένθησε και τη θρήνησε ο ίδιος ο Τσβάιχ, σαν ένας μελλοντικός αυτόχειρας σε καιρούς γεμάτους δίνες.

Μαζί υπάρχει και μία ταριχευμένη, σχεδόν, έλξη για τον αισθητισμό της Κεντρικής Ευρώπης πριν από το 1940, ιδίως, όμως, για τα χρόνια που οδήγησαν στο 1914. Και πιο ειδικά ακόμη για τη δραματικά πρωθύστερη γνώση της αντίφασης που όριζε εκείνη την ανέμελη ευωχία του 1911 και του 1913, εκείνης που αγνοούσε την ύπαρξη του παγόβουνου.

Ισως η ταινία «The Grand Budapest Hotel» του Wes Anderson να συμπυκνώνει σε ένα κατανοητό σχήμα την ανάγκη θωπείας του κατά Τσβάιχ κόσμου. Ο Αντερσον εμπνεύστηκε από το σύμπαν του Τσβάιχ, που έχει ούτως ή άλλως, πέραν της θελκτικής ταπετσαρίας του, αυτό το επίσης θελκτικό μείγμα «κανονικότητας» και «παραδοξότητας». Η σύγκρουση γίνεται ζύμωση και εν τέλει μελώνει σε κάτι που όσο είναι αναγνωρίσιμο άλλο τόσο είναι δυσερμήνευτο. Αυτή η χωνεμένη αντίφαση του αλλόκοτου, ως δομικού στοιχείου, και της συνεκτικότητας, ως φέρουσας τοιχοποιίας, εκβάλλει ως πίδακας και δίνει όλη τη βεντάλια των συναισθημάτων, των συμπεριφορών και των έξεων. Είναι ο κόσμος κατά Τσβάιχ. Ο κόσμος ο δικός μας.