ΠΡΟΣΩΠΑ

Φεύγει ο σκληρός Σκωτσέζος του Βρετανικού Μουσείου

feygei-o-skliros-skotsezos-toy-vretanikoy-moyseioy-2078454

«Eίναι ένα ευτυχές αποτέλεσμα της Ιστορίας ότι το ήμισυ των θραυσμάτων από τα διασωθέντα Γλυπτά του Παρθενώνα βρίσκεται στο Λονδίνο. Εχουν έναν σκοπό εδώ και έτσι η παρουσία τους μπορεί να είναι περισσότερο επωφελής, δεδομένου ότι τοποθετούνται σε διεθνές περιβάλλον». Ιδού μία -μόνον- από τις προκλητικές δηλώσεις του Νιλ Μακγκρέγκορ, απερχόμενου διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου, διατυπωμένη με έπαρση σε συνέντευξή του, το 2003, στην εφημερίδα Sunday Telegraph.

Εξι μόλις μήνες αφότου είχε αναλάβει τα ηνία, ο ιστορικός της τέχνης αποφάσισε να δημοσιοποιήσει τη σκληρή του στάση έναντι του πάγιου ελληνικού αιτήματος της επιστροφής. Εκτοτε δεν έκανε ούτε βήμα πίσω, παρά το ότι το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης άνοιξε πανηγυρικά τις πόρτες του, ενώ αυξάνεται το ποσοστό των πολιτών, εντός και εκτός Βρετανίας, που θεωρεί ότι τα Γλυπτά πρέπει να επανενωθούν με το μνημείο.

Μήπως λοιπόν να θεωρήσουμε και εμείς οι Ελληνες «ένα ευτυχές αποτέλεσμα της Ιστορίας» ότι εγκαταλείπει τη θέση του τον Δεκέμβριο έπειτα από μια επιτυχημένη πορεία; Αν και η πολιτική δεν είναι θέμα προσώπων αλλά στρατηγικής, μπορεί κάποιος να εύχεται πως ο διάδοχός του δεν θα αντιμετωπίζει το αίτημά μας ως μια απόπειρα να «εθνικοποιήσουμε» (όπως λέει ο Μακγκρέγκορ) ένα τμήμα της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

O επίμονος Σκωτσέζος

Ποιος όμως είναι ο επίμονος Σκωτσέζος που άφησε τη σφραγίδα του αυτά τα 12 χρόνια στο πιο σημαντικό πολιτιστικό ίδρυμα της Βρετανίας; Και αν αφήσουμε στην άκρη τη μεροληπτική του ακαμψία αναφορικά με το ζήτημα των Γλυπτών, πώς θα μπορούσε κανείς να αποτιμήσει την προσφορά του;

Γεννημένος το 1946 στη Γλασκώβη, με γονείς γιατρούς, ο Μακγκρέγκορ αισθάνθηκε ακαταμάχητη έλξη για την τέχνη όταν -ως παιδί- αντίκρισε για πρώτη φορά τον διάσημο πίνακα του Νταλί με τον Εσταυρωμένο «Christ of Saint John on the Cross».

Σπούδασε γλώσσες στην Οξφόρδη, φιλοσοφία στη Σορβόννη (την ταραγμένη περίοδο του Μάη του ’68) και νομικά στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Αργότερα φοίτησε και στο περίφημο Ινστιτούτο Κουρτό. Από το 1975 ώς το 1981 ανέλαβε τη διεύθυνση του ιστορικού βρετανικού εντύπου για την τέχνη The Burlington Magazine. Η θητεία του τού άνοιξε την πόρτα για τη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου, την οποίαν ανέλαβε από το 1987 ώς και το 2002. Εκεί απέκτησε το παρατσούκλι «Αγιος Νιλ» όχι μόνο για τη θερμή του χριστιανική πίστη αλλά και για τη δημοφιλή του προσωπικότητα. Αξίζει να αναφερθεί ότι ήταν ο μόνος διευθυντής της πινακοθήκης που αρνήθηκε για λόγους αρχής να χρισθεί «Sir».

Ομως, ο σπουδαιότερός του σταθμός ήταν το Βρετανικό Μουσείο, στο οποίο πήγε στις αρχές του 2002 όταν το ίδρυμα αντιμετώπιζε σωρεία προβλημάτων, πρωτίστως οικονομικής φύσης. Οσο και αν είναι αντιπαθής στη χώρα μας, οφείλει κανείς να του αναγνωρίσει ότι το μεταμόρφωσε. Κάτω από την πεφωτισμένη του διεύθυνση, έγιναν σπουδαίες εκθέσεις που έδιωξαν τη σκόνη παλαιών αντιλήψεων, ενώ ο ίδιος απεδείχθη εξαιρετικά ικανός στην καλλιέργεια των σχέσεων με άλλες χώρες (πρόσφατο παράδειγμα, ο δανεισμός του γλυπτού του Ιλισού στη Ρωσία, που τόσο μας εξόργισε). Αύξησε εντυπωσιακά την επισκεψιμότητα και έδωσε νέα πνοή στο μουσείο. Παράλληλα, έγινε ακόμη πιο δημοφιλής μέσω ραδιοφωνικών εκπομπών για την τέχνη στο BBC. Και τώρα που ετοιμάζει τις βαλίτσες του για ένα νέο μουσείο στο Βερολίνο, ο Guardian αναρωτιέται: «Αντέχει η Βρετανία να χάσει έναν Μακγκρέγκορ;». Εμείς, πάντως, αντέχουμε.