ΠΡΟΣΩΠΑ

Η Ελλάδα, φουσκωτό στα κύματα…

i-ellada-foyskoto-sta-kymata-amp-8230-2092475

Η γραφή είναι μαστορική. Να τοποθετήσεις επιδέξια τις λέξεις από τη μια, να κάνεις ένα αυθαίρετο άλμα με το μυαλό προς την τελική, ολοκληρωμένη εικόνα, από την άλλη. Διαβάζοντας τα πεζογραφήματα του Φαίδωνος Ταμβακάκη, βλέπει κανείς την υπομονή, την τόλμη και το ζύγιασμα που χρειάζεται μια καλή πένα, έχοντας παράλληλα εξασκηθεί εντατικά στη μετάφραση και μάλιστα στα βιβλία του Τζον Φόουλς. Διακρίνει επίσης το πηγαίο ταλέντο, την αίσθηση του χιούμορ μα κυρίως έναν ολόκληρο κόσμο από τον οποίον ο συγγραφέας αντλεί συχνά τα ερεθίσματά του: την επαφή με το υγρό στοιχείο και τα χούγια των θαλασσινών. Τον συναντήσαμε στον Ναυτικό Ομιλο στο Μικρολίμανο και μιλήσαμε μαζί του για το τελευταίο μυθιστόρημά του με τίτλο η «Αναπαλαίωση» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις της Εστίας.

Στο βιβλίο πρωταγωνιστεί ένα πλεούμενο. Είναι καθηλωμένο με αβαρία στον ταρσανά της Σύρου, λίγο πριν επαναλάβει ένα τολμηρό ταξίδι ανάμεσα στο Χονγκ Κονγκ και το Ντάρτμουθ που είχε ξανακάνει στον μεσοπόλεμο μόνο με τα πανιά, χωρίς μηχανή. Εγκλωβισμένος στην Ερμούπολη και ο ιδιοκτήτης, ο οποίος ξαναβρίσκει έναν παλιό του έρωτα και κάνει ένα ανάπλου στις αναμνήσεις του. Από τους βραβευμένους «Ναυαγούς της Πασιφάης» μέχρι σήμερα, έχει κυλήσει πολύ νερό κάτω από το δοιάκι του Ταμβακάκη, που όταν δεν γράφει ασχολείται με το asset management και διαπλέει τις κυματώδεις θάλασσες της οικονομίας. Πώς και έτσι; Μας απαντά: «Οταν γράφεις σε γλώσσα όπως τα ελληνικά είναι πολύ δύσκολο να βιοποριστείς από τη συγγραφή. Συνεπώς διάλεξα να κάνω μια άλλη δουλειά, η οποία ευτυχώς πήγε ικανοποιητικά καλά. Ταυτόχρονα στράφηκα στη μετάφραση με την απόφαση να μην εστιάσω σε ένα βιβλίο αλλά σε έναν συγγραφέα. Αν ήξερα πόσο δύσκολο ήταν αυτό το πόνημα ίσως να μην είχα επιλέξει τον Φόουλς, του οποίου τα βιβλία άρχισα να μεταφράζω το 1985 για να ολοκληρώσω το 2005».

Συνεχίζει: «Μεταφράζοντας, μαθήτευσα κοντά του. Είχα μάλιστα και την τύχη να τον ζήσω λίγο, όταν του ζήτησα τη βοήθειά του για ορισμένα σημεία των βιβλίων του. Ηταν ένας πολύ γοητευτικός τύπος, με τεράστια επιτυχία από το πρώτο του κιόλας βιβλίο, δηλαδή με την πολυτέλεια να μην ασχολείται με τίποτ’ άλλο πέραν της συγγραφής. Εμβριθής στην τεχνική του και πολύ βουτηγμένος σε κάθε θέμα για το οποίο έγραφε, ήταν πράγματι πολύ ενδιαφέρον».

Μπαίνω στον πειρασμό να ρωτήσω εάν o ίδιος σκαρώνει τις ιστορίες του τόσο προσεκτικά για να με διαβεβαιώσει πως για χάρη του επόμενου μυθιστορήματός του, το οποίο ξεκίνησε να γράφει το 2007, έχει κάνει έναν τεράστιο χάρτη στο σπίτι του, με άπειρα δρομολόγια και σημειώσεις: «Κάθε τόσο μεγάλωνε με αποτέλεσμα να απλώνεται από το τραπέζι μέχρι το πάτωμα. Τις νουβέλες αντιθέτως τις γράφω πολύ γρηγορότερα. Επωάζονται για δυο – τρία χρόνια στο μυαλό μου και μετά βγαίνουν μέσα σε μερικούς μήνες» υπογραμμίζει ο Ταμβακάκης.

Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια το 1960, έφυγε σε ηλικία 3 ετών για την Ελλάδα: «Αν ανατρέξω στην ιστορία της οικογένειας όχι μόνον θα βρω κάποιους καπετάνιους αλλά και πολλά λιμάνια στα οποία έζησαν τα μέλη της καθώς κατά κανόνα υπήρξαν έμποροι. Εγώ αγάπησα τη θάλασσα μικρός. Από παιδί όταν έμαθα ιστιοπλοΐα με τα σκάφη optimist, η πρώτη μου σκέψη ήταν το ταξίδι. Μαθαίνεις εξ ενστίκτου πώς να ρυθμίσεις το πανί, τους ανέμους και τις πλεύσεις. Αργότερα απέκτησα δικά μου σκάφη και κάθε φορά που κάποιο έφευγε από τα χέρια μου κοίταγα να το αποκαταστήσω όσο καλύτερα μπορούσα, δηλαδή να το δώσω σε ένα καλό ιδιοκτήτη για να ευτυχήσει. Τώρα έχω ένα μικρό μοτοράκι (κοινώς μηχανοκίνητο) αλλά θέλω να ξαναγυρίσω στα πανιά που σου δίνουν τρομερή ελευθερία να πας παντού χωρίς να χρειαστείς καύσιμα. Ενώ με την μηχανή, είσαι σκλάβος κάποιας πιθανής ζημιάς και της συνεχόμενης τροφοδοσίας».

Γιατί άραγε ο μικρός χώρος ενός σκάφους δημιουργεί ένα αίσθημα εγκλωβισμού στους επιβαίνοντες των ιστιοπλοϊκών; «Και στο ασανσέρ άμα κλειστείς έτσι νιώθεις» απαντά γελώντας ο συγγραφέας. «Είσαι σαν το ποντίκι στη φάκα, δεν μπορείς να φύγεις από το κατάστρωμα αν δεν σου αρέσει. Μέχρι την μπούκα του λιμανιού, όλοι έχουν δείξει τους χαρακτήρες τους. Ο Ελληνας, γενικά, προτιμά τα μηχανοκίνητα σκάφη από τα ιστιοπλοϊκά για την ταχύτητα και την ευκολία τους. Δεν θα έλεγα ότι δεν αγαπά τη θάλασσα. Τα τελευταία χρόνια, την ξαναμαθαίνει».

Αν η χώρα ήταν σκαρί σήμερα, ποια θα ήταν η μορφή της: «Σαν ένα περίεργο φουσκωτό που θέλει να είναι cruiser και ιστιοπλοϊκό μαζί. Είμαστε ένα υβρίδιο με τεράστιες μηχανές που δεν δουλεύουν, σκισμένα πανιά, σε μια θάλασσα μανιασμένη. Δεν ξέρω ποιες είναι οι επιλογές μας για το μέλλον στην κατάσταση στην οποία περιήλθαμε. Ενας από τους χαρακτήρες της «Αναπαλαίωσης», στην πραγματική του ζωή, μηχανικός σε καράβι σε τυφώνα στον ωκεανό, έπεσε μόνος στο μηχανοστάσιο και μετά από ώρες έβαλε τη μηχανή μπρος. Το υπόλοιπο πλήρωμα ήταν στη γέφυρα περιμένοντας βοήθεια. Από την άλλη, είμαστε μια μοναδική χώρα. Θα έλεγα ότι έχουμε νησίδες αριστοκρατίας.

Ανακαλύπτω κάθε τόσο εξαιρετικούς ανθρώπους υψηλού γούστου, ποιότητας, με γνώσεις. Δεν τους βρίσκω εύκολα αλλού και γύρω από αυτούς υπάρχει πέλαγος, χάος. Ομως αυτές οι διάσπαρτες μονάδες που σπανίως συναντιούνται μεταξύ τους, είναι υπέροχες. Λέμε ότι ο τόπος χρειάζεται ηγεσία. Η αλήθεια είναι ότι χρειάζεται να εμπεδώσουμε τη δημοκρατία, που είναι ακόμα πολύ νέα σε εμάς, να πάψουμε να είμαστε καταχρηστικοί. Σε μια μελέτη που έχω διαβάσει πρόσφατα απαιτούνται περίπου εννιά γενιές για να μάθεις να ακούς και να σέβεσαι τη γνώμη του άλλου. Εχουμε δρόμο ακόμα».