ΠΡΟΣΩΠΑ

Λαέρτης Μαλκότσης: «Στην Ελλάδα όλοι είναι κριτές…»

laertis-malkotsis-stin-ellada-oloi-einai-krites-amp-8230-2115004

Ο λαλίστατος πιτσιρικάς με το πυκνό μαλλί στο YouTube δίπλα στην Κατερίνα Γιουλάκη, μια σκηνή από τα «Λιονταράκια» του Γιάννη Δαλιανίδη της δεκαετίας του ’80, θυμίζει αδιόρατα τον σημερινό Λαέρτη Μαλκότση. Στα δέκα του δεν έπαιζε σαν μικρομέγαλο, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα παιδιά στη μικρή οθόνη. «Στη μάνα μου χρωστάω πολλά» απαντά. «Με έπαιρνε μαζί της στο θέατρο κι έβλεπα τον μαγικό κόσμο της σκηνής».

Εβδομηντάρα πια η Νικόλ Κοκκίνου, η ηθοποιός και χορεύτρια που πολλοί λαχταρούσαν σαν την έβλεπαν στις ταινίες της εποχής, 80άρης ο μπαμπάς, ο ηθοποιός Κωστής Μαλκότσης, καμάρωναν πριν από λίγες ημέρες τον γιο τους στην παράσταση του Οσκαρας Κορσουνόβας «Μιράντα». «Οι γονείς μου είναι απλοί άνθρωποι. Τους άρεσε ό,τι είδαν κι ας μην κατάλαβαν πολλά».

Δεν είναι ακριβώς η «Τρικυμία» του Σαίξπηρ. Ούτε το παραμύθι για μεγάλους που συνηθίζεται στα περισσότερα ανεβάσματα. Ο «ταραξίας από το Βίλνιους» όπως χαρακτήριζαν τον Κορσουνόβα στο Φεστιβάλ Εδιμβούργου το 1990, ανεβάζοντας τη «Μιράντα» στην πατρίδα του, μίλησε για τα απολυταρχικά καθεστώτα. Ο Πρόσπερο ήταν αυτοεξόριστος του σοβιετικού καθεστώτος. Στο «Πορεία», οι ήρωες (ο Πρόσπερο και η Μιράντα), ζουν αποκλεισμένοι στο διαμέρισμά τους λίγο πριν από το τέλος της δικτατορίας των Συνταγματαρχών.

«Η παράσταση αυτή είναι σαν διαρκής πάλη. Κάθε μέρα και διαφορετική. Είμαστε ευγνώμονες στον Οσκαρας που φεύγοντας μας άφησε ελεύθερους λέγοντας: “θα φύγω αλλά εσείς θα γεννάτε κάθε βράδυ στη σκηνή”. Γεννημένος το 1974 γνωρίζω μέσα από διηγήσεις άλλων τι συνέβαινε τότε. Σήμερα όμως, βλέπω τι έγιναν τα περισσότερα από εκείνα τα παιδιά του Πολυτεχνείου. Δεν καταλαβαίνω πώς τέτοιοι άνθρωποι με τις αρχές εκείνου του καιρού, τα καταστρατήγησαν όλα. Δεν ανήκω σε παρατάξεις και δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω γιατί οι καλλιτέχνες ασχολούνται με την πολιτική. Το θέατρο όπως και ο κινηματογράφος είναι μια πολιτική πράξη. Με ενοχλεί που δεν μας φτάνει τίποτε και θέλουμε διαρκώς και κάτι άλλο». Ενοχλείται με την έλλειψη μέτρου και την αλαζονεία. «Κάποιοι δεν θα έπρεπε να μιλάνε και λένε πολλά. Εχουμε και οι καλλιτέχνες ανάλογη αυθάδεια με των πολιτικών».

Με την Ιωάννα Παππά εξαντλούνται επί 90 λεπτά στη σκηνή. «Παραπάνω θα ήταν κουραστικό. Δεν θέλω ο θεατής να φεύγει με κουρασμένο κεφάλι ή να μην καταλάβει το 10% όσων διαδραματίζονται στη σκηνή. Δεν με ενδιαφέρει να καταλάβει τα πάντα. Το θέατρο δεν δίνει απαντήσεις. “Μην περιμένεις να τα δώσεις όλα εσύ και να τα καταλάβει όλα ο άλλος” έλεγε συχνά η μητέρα. Δεν είμαι τσιγκούνης στη σκηνή, όλα τα δίνω». Στο μεταξύ χαίρεται τις πρόβες για τις «Τρεις αδερφές» του Τσέχωφ (Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Ιωάννα Παππά, Λένα Παπαληγούρα) που ετοιμάζει ο Δημήτρης Τάρλοου για τον Φεβρουάριο.

Κουβέντες όπως «η εκπαίδευση του κοινού» δεν του λένε τίποτα. Πιστεύει στο ένστικτο του θεατή στις τέχνες. «Στον Κεραμεικό όπου ζούσα επί 10 χρόνια άκουγα τσιγγάνους να παίζουν και τρελαινόμουν. Ούτε ωδεία ούτε σπουδές. Οταν τους ακούω κόβομαι στα δυο. Είναι αυτό που λένε σήμερα οι νεότεροι “τα σπάνε”». Του αρέσουν οι επισημάνσεις του Βασίλη Παπαβασιλείου, όπως: «το θέατρο κινδυνεύει απ’ αυτό που το συνιστά». «Τον θεωρώ φίλο και δάσκαλό μου». Πάντως, τέχνη δεν είναι η εικόνα που δίνουν συχνά τα ΜΜΕ. «Ο κόσμος νομίζει ότι δύο μήνες σε μια “τηλεοπτική ακαδημία” αρκούν να γίνεις ηθοποιός ή χορευτής.

Για μένα η υψηλότερη όλων των τεχνών είναι η μουσική. Κατά 85% μουσικός είμαι, με μουσικό μιλάτε. Απλώς μου προκύπτει και το θέατρο. Υπάρχει η εντύπωση ότι η τέχνη είναι εύκολη δουλειά, με χρήματα που βγαίνουν χωρίς κόπο. Η τηλεόραση δημιουργεί την εντύπωση πως όποιος βγαίνει στο γυαλί έχει χρήματα, κοσμικά μεγαλεία, πολλούς άντρες για τις γυναίκες και πολλές γυναίκες για τους άντρες».

Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει αθλητή. «Ηταν Βαλκανιονίκης, Ολυμπιονίκης, σύνδεσε το όνομά του με τη φυσιοθεραπεία. Το παρατσούκλι του ήταν “ο μάγος”. Μασέρ πρωταθλητών. Σπούδασε θέατρο αλλά εκεί είχε ελάχιστες πτήσεις. Εγώ κι ο αδερφός μου ο Ερμής (χορευτής και χορογράφος) πήραμε από τη μητέρα».

Αν δεν ήταν ο Στέφανος Βασιλειάδης (σύγχρονος συνθέτης, μουσικολόγος, διευθυντής χορωδιών), ο Λαέρτης δεν θα είχε ασχοληθεί με τη μουσική. «Ενας φίλος του πατέρα που μετακόμιζε έφερε το μαύρο γερμανικό πιάνο του προσωρινά σπίτι μας. Αρχισα να παίζω ό,τι άκουγα τότε από τις διαφημίσεις. Στην ίδια πολυκατοικία στον Χολαργό έμενε ο Βασιλειάδης. Στα γενέθλια του γιου του Θεόφιλου ανέβηκα στο σπίτι τους -ένα διαμέρισμα γεμάτο μουσικά όργανα- και φαίνεται πως στο πιάνο στάθηκα περισσότερο. “Κώστα το παιδί πρέπει να μάθει οπωσδήποτε μουσική” είπε αργότερα στον πατέρα μου. Του χρωστάω ευγνωμοσύνη. Επίσης στη δασκάλα μου στο Ωδείο Αθηνών Ντιάνα Βρανούση. Στα οκτώ του έγραψε το πρώτο του κομμάτι. “Ηταν ένα βαλσάκι για ένα κορίτσι. Η μητέρα μου το έχει ηχογραφήσει. Ημουν πειθαρχημένος στη μουσική και τώρα ακόμη”». Στο σπίτι του στην Κυψέλη, κάθε μέρα ακούγονται όργανα: πιάνο, ηλεκτρικό μπάσο, πεντάχορδο, ακορντεόν, ντραμς, τενόρο σαξόφωνο, παραδοσιακά κρουστά…

Μοναχικός

Εγραψε μουσική για θέατρο, χορό, κινηματογράφο, εκπαιδευτικά ντοκιμαντέρ. Αλλά «μόνο τζαμάροντας προχωράς, αλλάζει το παίξιμο σου στη μουσική». Για πολλούς συναδέλφους του ο Λαέρτης Μαλκότσης είναι ιδιόρρυθμος. Κλειστός. «Η μουσική με έκανε πιο μοναχικό. Η μελέτη και η σύνθεση απαιτούν μοναξιά, βραδινές ώρες, κατεβασμένα τηλέφωνα, ένα μικρόκοσμο». Βίωσε όμως και αλλιώς τη νύχτα. Από 19 ετών χόρευε σε νυχτερινά μαγαζιά. «Ξέρω τι σημαίνει κάνω σόου ή παίζω τον κομπέρ. Πώς ακούγεται ο ήχος σαν καρφώνει ο άλλος την μπριζόλα με το πιρούνι στο πρώτο τραπέζι. Το έζησα από το 1993 μέχρι το 2005. Αλεξάνδρας, Συγγρού…».

Με τους στίχους δεν τα πάει καλά. «Είμαστε πολυλογάδες οι Ελληνες. Στο σπίτι ακούγαμε πολύ Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο, Σαββόπουλο, λόγω του πατέρα μου. Αριστερών όπως είναι φανερό αποχρώσεων. Η αριστερή σκέψη για μένα έχει άλλη μορφή. Αλλιώς τη διάβασα, αλλιώς την κατάλαβα, δεν είναι αυτό που βλέπω σήμερα. Εχω την αριστερή πλευρά αλλά και τη δεξιά. Μεγάλωσα λοιπόν με τέτοιες μουσικές και πολύ Νταλάρα τον οποίο παραδέχομαι ως μουσικό αλλά δεν μπορώ να ακούω πια, όπως κι όλους αυτούς τους δημιουργούς. Τους άκουσα βλέπετε, πολύ και με πίεση. Προτιμώ την ορχηστρική μουσική, όσα μάθαινα στο ωδείο. Λιστ, Ντεμπισί, Μάλερ. Αυτοί μου εξασφαλίζουν ηρεμία».

Με τον αδερφό του, Ερμή Μαλκότση ήταν οι χειρότεροι μαθητές στον Χολαργό. «Περνούσαμε τις τάξεις γιατί ήμασταν καλά παιδιά. Ηταν πιο ζωηρός, εμένα δεν μου έπαιρνες κουβέντα. Δεν έκανα επιθετικά αθλήματα, ήμουν πάντα με ένα γουόκμαν και άκουγα Τζένεσις, Ζαν Μισέλ Ζαρ, Πίτερ Γκάμπριελ. Ο κόσμος του θεάτρου ήταν μαγικός. Τα κοστούμια, οι ήχοι, μου ήταν κάτι ανεξήγητο. Θυμάμαι όμως και κακούς θιασάρχες. Αντίθετα το τεχνικό προσωπικό, η πίσω πλευρά του θεάτρου που πάντα ευχαριστώ στις παραστάσεις, ήταν άνθρωποι εξαιρετικοί».

Βέγγος, Κωνσταντίνου, Ηλιόπουλος, Εξαρχάκος… Το παίξιμο του Λαέρτη Μαλκότση στις κωμωδίες, συχνά θυμίζει κάτι δικό τους. «Είναι οι μνήμες μου. Με όλους αυτούς δούλεψε η μάνα μου. Αρκετοί περιφρονούν το εμπορικό θέατρο. Δούλεψα σ’ αυτό, σε χαμηλής ποιότητας σίριαλ, επιθεωρήσεις και σας πληροφορώ ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να παίζεις, να τραγουδάς και να χορεύεις. Δύσκολος ο Σαίξπηρ, αλλά και το μουσικό θέατρο».

Στις πρόβες δεν του παίρνεις κουβέντα. «Δεν μου αρέσουν οι αναλύσεις. Καμιά φορά απορώ πώς υπάρχω σε ένα τέτοιο χώρο. Τι θα πει πειραματικό θέατρο, σωματικό, τι ντιβάιστ και μπούρδες; Το θέατρο είναι όλοι μαζί. Ανοίγει ορίζοντες, εξασκεί το μυαλό σου, βοηθά στην επικοινωνία με ανθρώπους πράγμα που δεν κάνω έξω απ’ αυτό. Μου αρέσει πολύ ο Πίτερ Σέλερς κι άλλο τόσο ο Τσάρλι Τσάπλιν. Τώρα θεωρούμε κωμικούς κάτι χολιγουντιανούς όπως τον Ζακ Γαλυφιανάκη ή τον Ανταμς Σάντλερ».

Δηθενίλα

Τι τον ενοχλεί; «Πολύ κριτική επιτροπή… Στην Ελλάδα όλοι είναι κριτές και όλοι θα τα έκαναν όλα καλύτερα. Γι’ αυτό φτάσαμε εδώ. Δεν μου λείπει τίποτα. Εχω σπίτι με τα απαραίτητα, κυρίως μουσικά όργανα, μου φτάνουν. Γύρισα στην Κυψέλη. Κουράστηκα στον Κεραμεικό ηχορρύπανση και δηθενίλα, δεν είχα ύπνο. Γύρω μου βλέπω συχνά παρέες που δεν μιλούν μεταξύ τους. Μεγάλες παύσεις… Μου αρέσει να παρατηρώ στα καφέ τους ανθρώπους. Εχω παρεξηγηθεί πολλές φορές: “τι κοιτάς ρε;”. Κι εμένα με προσέχουν, έχω βλέπετε πολλά τικ. Στη σκηνή δεν φαίνεται αλλά εκτός σκηνής στο πρόσωπό μου γίνεται ολόκληρη χορευτική παράσταση».