ΠΡΟΣΩΠΑ

Επιστροφή στη σκηνή, την πρώτη αγάπη…

tsanaklidou1

Αφησε τα μαλλιά της άσπρα, κι ας φώναζαν οι φίλοι: «Μα τι κάνεις τώρα;». Kαι κάποια επιπλέον κιλά που μπορεί να σου εξηγήσει τα… οφέλη τους απέναντι στον εχθρό της οστεοπόρωσης. «Εχω πάθος με τα περί των ιατρικών», λέει παιχνιδιάρικα η Τάνια Τσανακλίδου. Κι αν ψέγει για κάτι τον εαυτό της είναι που εγκατέλειψε το περπάτημα.

Αποφασισμένη να κάνει πιλάτες, επέστρεψε μήνες πριν από το Πήλιο στην Αθήνα, όπου την πέτυχαν «τα παιδιά» της ομάδας bijoux de kant. Οταν, μάλιστα, της πρότειναν να συνεργαστούν στο θέατρο, σκέφτηκε πως ήταν η ευκαιρία που ζητούσε για να ασχοληθεί με τον εαυτό της και όσα αγαπά. Αλλωστε, το θέατρο ήταν η πρώτη αγάπη. «Με γοήτευσαν. Δεν ξέρω τους τρόπους της νέας γενιάς, τους αυτοσχεδιασμούς και την τεχνική, αλλά μου άρεσαν, είναι ταλαντούχοι και μου άνοιξαν ένα καινούργιο πεδίο».

Το νέο έργο του Ακη Δήμου «Οσα η καρδιά μου στην καταιγίδα», εμπνευσμένο από την εμβληματική νουβέλα του Ιωάννη Κονδυλάκη «Πρώτη αγάπη» (1919), παρουσιάζεται εδώ και λίγες μέρες στο Θέατρο Τέχνης, στη Φρυνίχου, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη. «Μου αρέσει ότι αυτή η ομάδα πατάει σε ελληνικά κείμενα. Το έργο, ο ρόλος, η Λένα Δροσάκη, ο Νικόλας Αγγελής, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, σπάνιο ταλέντο που μαθητεύω δίπλα του. Παίζω μια Ελληνίδα μάνα. Σε κάθε πρόβα συγκινούμαι, κι ας μην έχω νιώσει το αίσθημα αυτό, δεν έχω γίνει μητέρα. Αυτή η ηρωίδα από τη μεγάλη αγάπη στο παιδί της, τελικά του κλέβει τη ζωή. Τυραννικό συναίσθημα και για τους δύο. Οπως είναι κι όλο αυτό που δεν γνώρισα και τώρα βιώνω με ένταση».

«Το άπιαστο όνειρο»

Εχει άγχος για το αποτέλεσμα, δεν θέλει να μιλάει για την ερμηνεία της. Δικαιολογημένα, επιστρέφει στο Θέατρο Τέχνης ύστερα από 40 χρόνια. Η Τάνια Τσανακλίδου μπορεί να ανέβηκε στα οκτώ της στη θεατρική σκηνή, στο παιδικό θέατρο της Μαίρης Σοΐδου στη Θεσσαλονίκη, να έπαιξε στη συνέχεια στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του θιάσου Μυράτ-Ζουμπουλάκη, να διάλεξε μεγαλώνοντας τη δραματική σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, μαζί με τις σπουδές Αρχαιολογίας και τον χορό, όμως το Θέατρο Τέχνης αντιπροσώπευε «το άπιαστο όνειρο».

Σαν ήρθε στην Αθήνα, στα 21 της, και ενώ τα βράδια τραγουδούσε σε μπουάτ, πήρε την απόφαση. «Νομίζω πως είμαι η μοναδική περίπτωση ηθοποιού που πήρε ο Κουν χωρίς να είναι μαθήτρια του Τέχνης. Σε μια σκηνοθεσία δούλεψα πλάι του, αλλά κατάλαβα τι σημαίνει θέατρο. Τραγουδούσα στην Πλάκα το 1975, αλλά ένιωθα ότι οι μπουάτ άλλαζαν, ότι γίνονταν μπουζουκομάγαζα. Πού να ήξερα τι θα συμβεί στο μέλλον…

Του χτύπησα την πόρτα και του είπα: "Θέλω να με πάρετε στο θέατρο". "Μα, παιδί μου, εσύ έχεις μια καριέρα", μου απάντησε. "Θέλω να με πάρετε εδώ", είπα. Μου έδωσε τη Νίνα από τον "Γλάρο" και μου είπε να πάω σε δυο ημέρες. Επιστρέφοντας, μου έκανε κάποιες διορθώσεις και μου είπε "εντάξει". "Α, όχι εντάξει", απάντησα με θράσος. "Θα πάω σπίτι μου, θα τις δουλέψω κι αν είμαι καλή θα με πάρετε". Μου πρόσφερε την Ιρίνα στις "Τρεις αδερφές" του Τσέχοφ και 12.000 δρχ. τον μήνα! Μισθό πρωταγωνιστή όταν ο βασικός του ηθοποιού ήταν 2.800. Μεγάλη τιμή. Η παράσταση πήγαινε εξαιρετικά όσο δουλεύαμε στο Υπόγειο. Αλλά τελευταία στιγμή αποφάσισε να την πάει στο "Βεάκη". Με το που πήγαμε σε ιταλική σκηνή, χάθηκε η μαγεία. Ωστόσο, το κέρδος μου ήταν μεγάλο, η διδασκαλία του Κουν».

Από παιδί αισθανόταν πως η σκηνή «είναι ο πιο άνετος χώρος». «Για μένα το θέατρο, όπως και το τραγούδι, είναι λόγος που πρέπει να αρθρώνεται και να σημαίνει πράγματα. Ετσι λειτουργώ, δεν μπορώ να αγνοήσω τον λόγο σε ό,τι κάνω». Από το τραγούδι κατά καιρούς, όπως τώρα, κρατάει αποστάσεις. «Οταν αισθάνομαι ότι δεν έχω κάτι να πω». «Γερνώντας, ίσως επιστρέψω στο θέατρο. Αν τα καταφέρω, θα είναι ωραία». Ομως, με ένα τραγουδάκι, το «Θαλασσάκι μου», ξεκινά την παράσταση.

Είναι χρόνια τώρα που ζητάει πιο λιτά πράγματα στη ζωή της. «Θέλω να φύγουν από πάνω μου όλα τα περιττά. Γι’ αυτό άφησα και τα μαλλιά μου άσπρα. Δεν θέλω να παριστάνω την γκόμενα, κάτι που δεν είμαι».

Δεν είναι εύκολο: «Η πάλη με την εικόνα σου πάντα πληγώνει».

Ο χώρος του τραγουδιού δεν της λείπει. «Δεν έχω τις συνήθειες, τις ιδεοληψίες, την αγωνία του χώρου. Ζητούσα βαθύτερη επικοινωνία. Το χέρι παρηγοριάς που τείνεις στον άλλον, λέγοντας "μαζί θα το ξορκίσουμε". Αυτό με συγκινεί, όχι ο θαυμασμός. Ολα τα δίνω στη σκηνή και τελειώνω. Γι’ αυτό δεν θέλω να έρχεται κόσμος στο καμαρίνι μου. Εκεί είναι το ξέφτι της σχέσης από το οποίο κινδυνεύεις να καβαλήσεις καλάμι». Το μόνο πράγμα που θέλει να κάνει στο τραγούδι είναι το «Μαγικό κουτί» νούμερο 2. Μια εξαιρετική συνεργασία με τον Τάκη Φαραζή που επιχείρησαν το 1996, σε μια εποχή που το ελληνικό τραγούδι φλέρταρε ασύστολα με το λάιφ στάιλ κι εκείνη με την ποίηση.

«Κοίτα να δεις τι πάθαμε!»

Η Τάνια Τσανακλίδου έχει φέρει τα πάνω κάτω πολλές φορές στην καριέρα της. Με τους «Αγανακτισμένους» ξημεροβραδιαζόταν στο Σύνταγμα και τραγουδούσε στον δρόμο. Τώρα λέει θλιμμένα: «Κοίτα να δεις τι πάθαμε!». «Λειτουργώντας συναισθηματικά, πληγώνομαι αληθινά. Δεν είναι μόνο ματαίωση σε πολιτικό επίπεδο, αλλά και ηθικό». Συνηθισμένη σε διαψεύσεις, πάντα σηκώνεται όρθια και ξεκινά κάτι καινούργιο.

Ετσι, πριν από τρία χρόνια εγκαταστάθηκε στο Πήλιο, άνοιξε ένα καφέ, έκανε τη σερβιτόρα, τη μαγείρισσα και τώρα άφησε το μαγαζί στον αδελφό της, Γιάννη. «Δεν μπορώ να είμαι επιχειρηματίας. Ούτε την αναίδεια αντέχω. Διάφορους αναιδείς που επειδή σέρβιρα ένα ποτό νόμιζαν ότι είμαι του χεριού τους». Τελείωσε κι αυτός ο έρωτας. «Θέλω να δω και άλλες πλευρές μου. Με βαριέμαι να είμαι ίδια. Είναι όπως τα έπιπλα που τους αλλάζω θέσεις». Ομως, λέει με σιγουριά: «Κάθε τέλος είναι μια νέα αρχή στη ζωή».

​​Το νέο έργο του Ακη Δήμου «Οσα η καρδιά μου στην καταιγίδα» παίζεται στο Θέατρο Τέχνης, Φρυνίχου 14, στην Πλάκα.