ΠΡΟΣΩΠΑ

Λουίς Μορένο-Οκάμπο: Η διαφθορά, η επόμενη μεγάλη πρόκληση

loyis-moreno-okampo-i-diafthora-i-epomeni-megali-proklisi-2142966

«Εχω ξεπεράσει τον φόβο εδώ και πολύ καιρό», λέει ο Λουίς Μορένο-Οκάμπο. Ο 64χρονος Αργεντινός νομικός τα έχει βάλει στην καριέρα του με τους πρωτεργάτες της χούντας στη χώρα του, με τον Μουαμάρ Καντάφι, τον Σουδανό ηγέτη Ομάρ αλ-Μπασίρ και άλλους κατηγορουμένους για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στην Υποσαχάριο Αφρική, έχει διαπραγματευθεί με τους αντάρτες του κολομβιανού FARC και έχει γίνει αντικείμενο προεκλογικής επίθεσης από τον Τζορτζ Ουόκερ Μπους. Δεν υπάρχουν πολλά που μπορούν πλέον να τον καταβάλουν.

Βρισκόμαστε στο εστιατόριο στον 7ο όροφο του New Hotel, προστατευμένοι από μία ακόμα καυτή καλοκαιρινή μέρα. Η συζήτηση με τον Μορένο-Οκάμπο –επίσημα ντυμένο, πληθωρικό, με έντονη λατινοαμερικανική προφορά– έχει καλύψει ευρύτατο φάσμα θεμάτων, από την ειρήνη της Βεστφαλίας ώς τον ρόλο του Αλέξανδρου Λυκουρέζου στην εκκίνηση νομικών διαδικασιών κατά των ηγετών της δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Μεγάλο μέρος της, όπως είναι φυσικό, εστιάστηκε στη θητεία του ως εισαγγελέας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου –του πρώτου που ανέλαβε αυτό τον ρόλο– από το 2003 ώς το 2012. 
Ολες οι διώξεις στις οποίες προχώρησε στα εννέα αυτά χρόνια ο Μορένο-Οκάμπο αφορούσαν Αφρικανούς πολιτικούς και στρατιωτικούς. Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει αντιδράσεις, με πολλές αφρικανικές χώρες να μιλούν για προκαταλήψεις και επιλεκτικές ευαισθησίες. Είναι εντελώς αβάσιμες αυτές οι μομφές; Και πόσο υπονομεύεται το κύρος του Δικαστηρίου από τη μη συμμετοχή σε αυτό ορισμένων από τα πιο ισχυρά κράτη του πλανήτη (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, Ινδία);

Ο Μορένο-Οκάμπο εξηγεί τα κριτήρια για την ανάληψη δράσης από τον εισαγγελέα του ICC – αφορούν εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και περιπτώσεις γενοκτονίας, που έχουν λάβει χώρα μετά την ίδρυση του Δικαστηρίου, στις χώρες που έχουν υπογράψει τη Συνθήκη της Ρώμης (με την οποία θεσπίστηκε το Σώμα). Επιπλέον, ο εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει δίωξη σε πολίτη χώρας που δεν έχει ενταχθεί στη Συνθήκη, υπό τον όρο να έχει παραπεμφθεί σε αυτόν η υπόθεση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Σχετικά με τη μη συμμετοχή των μεγάλων χωρών, σημειώνει: «Αυτό ήταν που διασφάλιζε την ανεξαρτησία μου – δεν είχα την υποστήριξη κανενός μεγάλου κράτους. Επρεπε να αντιμετωπίσω ηγέτες κρατών, έχοντας στο οπλοστάσιό μου μόνο τον νόμο». Δεν δημιουργεί όμως αυτό την αίσθηση ότι κάποιες χώρες και οι αξιωματούχοι τους είναι υπεράνω του νόμου;

«Κοιτάξτε, υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Δεν είναι μεταφορά – είναι η νομική πραγματικότητα!». Μου δείχνει ένα χάρτη της Γης, με τις 124 χώρες που έχουν υπογράψει τη Συνθήκη της Ρώμης χρωματισμένες με μπλε. «Στις μπλε χώρες ο νόμος ισχύει! Και είναι κυρίως οι πιο αδύναμες χώρες, για τις οποίες ο νόμος αποτελεί τη μόνη ασπίδα κατά των ισχυρών. Η Συνθήκη ήταν μια επανάσταση των μικρότερων χωρών έναντι των μεγαλύτερων». Ο πληθυσμός των χωρών που έχουν υπογράψει, σημειώνει, φτάνει τα 2,4 δισ. άτομα – «έχει εξαπλωθεί πιο γρήγορα από το Facebook!».

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είναι το πρώτο μόνιμο διεθνές σώμα απονομής δικαιοσύνης κατά παραβατών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μετά τη Νυρεμβέργη, «οι πρώτες χώρες που αντιμετώπισαν ποινικά δικούς τους ηγέτες που είχαν διαπράξει τέτοιου είδους εγκλήματα, ήταν η Ελλάδα και η Πορτογαλία», σημειώνει ο Μορένο-Οκάμπο.

Μέχρι τη Ρουάντα, «όλη η έμφαση ήταν στα κράτη, τα άτομα δεν είχαν σημασία». Ακόμα και με τη Ρουάντα και την Πρώην Γιουγκοσλαβία υπήρχε μια αίσθηση αυθαιρεσίας – «απλά αποφάσιζε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ότι πρέπει να τιμωρηθούν οι υπαίτιοι για τις συγκεκριμένες θηριωδίες και στήνονταν τα ειδικά δικαστήρια». Με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, «το παιχνίδι άλλαξε. Τα άτομα στις χώρες που έχουν υπογράψει τη Συνθήκη της Ρώμης έχουν πλέον δικαιώματα, οι χώρες ανήκουν σε ένα διεθνές σύστημα δικαιοσύνης. Μου έδωσαν μάλιστα τη δικαιοδοσία να ασκώ δίωξη ακόμα και σε αρχηγούς κρατών».
Και το επιχείρημα ότι οι διώξεις πολλές φορές οδηγούν σε εκτροχιασμό ειρηνευτικών διαδικασιών, που χρησιμοποιήθηκε εναντίον του στην περίπτωση του Σουδάν; Ο Μορένο-Οκάμπο το βλέπει διαφορετικά. «Για μένα, ο νόμος ήταν ο νόμος. Αλλά για τους διπλωμάτες και τους υπόλοιπους που εμπλέκονταν σε πολιτικές διαπραγματεύσεις, η απειλή της παρέμβασης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ήταν ένα επιπλέον εργαλείο στη διαπραγμάτευση. Το ίδιο έγινε και στο Σουδάν».

Ερευνώντας εγκλήματα της χούντας στην Αργεντινή

Ο Μορένο-Οκάμπο έγινε ευρύτερα γνωστός το 1985, όταν ανέλαβε τη διερεύνηση των εγκλημάτων ορισμένων εκ των ηγετικών μορφών της στρατιωτικής χούντας, που κυβέρνησε την Αργεντινή μεταξύ του 1976-1983. Η κατάληψη της εξουσίας από τις ένοπλες δυνάμεις ήταν σύνηθες φαινόμενο κατά τον 20ό αιώνα στη χώρα. Κανείς όμως δεν είχε τιμωρηθεί ώς τότε για προηγούμενα επεισόδια εκτροπής.

«Οπως και στην Ελλάδα, η πτώση της χούντας στην Αργεντινή προήλθε από την κατάρρευση του στρατού, ως αποτέλεσμα μιας στρατιωτικής ήττας – στον πόλεμο των Φόκλαντς το 1983» θυμάται ο συνομιλητής της «Κ». «Τη χρονιά εκείνη διεξήχθησαν εκλογές για την προεδρία και ένας από τους υποψηφίους, ο Ραούλ Αλφονσίν, έθεσε στο επίκεντρο της εκστρατείας του την ανάγκη να γίνει έρευνα για τα πεπραγμένα του στρατού κατά τον “βρώμικο πόλεμο” στα χρόνια της δικτατορίας. Ανέλπιστα, ο Αλφονσίν κέρδισε. Αρα υπήρχε ευθεία λαϊκή εντολή για να προχωρήσει η έρευνα της υπόθεσης». Με τη νίκη του Αλφονσίν και την ακύρωση της αμνηστίας που είχαν χορηγήσει στον εαυτό τους οι στρατιωτικοί, ξεκίνησε το «τεχνικό κομμάτι» της έρευνας. «Η Αργεντινή θέσπισε μία από τις πρώτες Επιτροπές Αλήθειας διεθνώς. Τα μέλη της, εκτός πολιτικής και με κύρος στην κοινωνία, συγκέντρωσαν τις μαρτυρίες 50.000 ατόμων μέσα σε επτά μήνες και συνέταξαν μια έκθεση με τίτλο “Ποτέ Ξανά”. Η υπόθεση πέρασε στη συνέχεια στα πολιτικά δικαστήρια και εγώ, ως βοηθός εισαγγελέας, ανέλαβα επικεφαλής της έρευνας – η πρώτη μου δίκη, σε ηλικία 32 ετών!».

Το εύρος της υπόθεσης και η αδυναμία συνεργασίας με την αστυνομία –που εμπλεκόταν σε πολλά από τα εγκλήματα του «βρώμικου πολέμου»– τον οδήγησαν να υιοθετήσει διαφορετική μεθοδολογία. «Χωρίς να το ξέρουμε, εφηύραμε ένα νέο μοντέλο: βασιστήκαμε στα θύματα. Μαζί με επτά νέους δικηγόρους και φοιτητές, πήγαμε στην Επιτροπή Αλήθειας, διαλέξαμε 700 υποθέσεις –τις καλύτερα στοιχειοθετημένες– και μετά επικοινωνήσαμε με τους επιβιώσαντες. Και μάθαμε για τη γραφειοκρατία των βασανιστηρίων, τον μεθοδικό τρόπο με τον οποίο το καθεστώς απήγαγε ανθρώπους και τους μετέφερε σε εγκαταστάσεις του στρατού ή της αστυνομίας – τα βασανιστήρια ήταν ο φυσιολογικός τρόπος ανάκρισης».

Πολλά θύματα της χούντας, φυσικά, δεν είχαν επιβιώσει. Η αργεντίνικη δικτατορία εισήγαγε στο πολιτικό λεξικό τον όρο «Εξαφανισμένοι». Για τον Μορένο-Οκάμπο ήταν μια ακόμα νομική πρόκληση: «Δεν ήθελα να ασκήσω δίωξη για τον θάνατο κάποιου και τελικά να εμφανιστεί ζωντανός. Συνεπώς αναζητούσαμε τα πτώματα, περιπτώσεις όπου οι δολοφονίες μπορούσαν να αποδειχθούν».

Να προστατεύονται και να ανταμείβονται οι πληροφοριοδότες

Τόσο ως δημόσιος εισαγγελέας όσο και στην καριέρα του στον ιδιωτικό τομέα, ο Μορένο-Οκάμπο έχει ασχοληθεί εκτεταμένα με τη μάστιγα της διαφθοράς. Ο λόγος της επίσκεψής του στην Ελλάδα, μάλιστα, είναι γιατί έχει αναλάβει να συντάξει μία ανεξάρτητη, εμπιστευτική έκθεση για την κατάσταση του κράτους Δικαίου στη χώρα μας.

«Η δημοκρατία έχει ριζώσει στην Αργεντινή και στην Ελλάδα, δεν γίνονται βασανιστήρια ή εξωδικαστικές δολοφονίες», λέει. Και στις δύο χώρες όμως, «η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι η διαφθορά. Πρόκειται για πολύ πιο λεπτή μορφή κατάχρησης της εξουσίας».

Η ζωή του μετά το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, όπως την περιγράφει, εστιάζει σε δύο πράγματα: τη μελέτη της πολιτικής πλευράς της δίωξης ηγετών για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο Harvard (η δεύτερη θητεία εκεί) και την προστασία των πληροφοριοδοτών (whistleblowers), ως στέλεχος της δικηγορικής εταιρείας Getnick & Getnick στη Νέα Υόρκη.

«Ο πρώτος που προώθησε την προστασία των πληροφοριοδοτών ήταν ο Αβραάμ Λίνκολν –αυτός ο ιδιοφυής πραγματιστής– κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, για όσους έδιναν στην κυβέρνηση πληροφορίες για προμηθευτές που έκλεβαν το κράτος» αφηγείται ο Μορένο-Οκάμπο.

Η αμερικανική νομοθεσία δεν προστατεύει απλά τους πληροφοριοδότες – άτομα που αποκαλύπτουν υποθέσεις επιχειρηματικής παρανομίας ή ατομικής φοροδιαφυγής: τους ανταμείβει. Ο Αργεντινός νομικός αναφέρει την υπόθεση της διευθύντριας ποιότητας κορυφαίας φαρμακοβιομηχανίας, που απολύθηκε, επειδή επέμενε ότι έπρεπε να κλείσει ένα ιδιαίτερα επικερδές εργοστάσιο. «Ηλθε στην Getnick & Getnick και πετύχαμε να λάβει για τις αποκαλύψεις της 120 εκατ. δολάρια από την κυβέρνηση, ενώ στην εταιρεία επιβλήθηκε πρόστιμο 750 εκατ. δολάρια».

Για τη Siemens

Στην Ευρώπη, όπως παραδέχεται, η νομοθεσία για τους πληροφοριοδότες δεν είναι τόσο ευνοϊκή. Η συζήτηση στρέφεται στην υπόθεση της Siemens, την οποία αποκαλεί «συναρπαστική»: «Ο άνθρωπος που ομολόγησε» –αναφέρεται στον Ράινχαρντ Σίκατσεκ– «δεν έλαβε μεν κάποια αμοιβή, αντιμετωπίστηκε όμως επιεικώς από τις Αρχές».

Ο Μορένο-Οκάμπο χαρακτηρίζει τον Σίκατσεκ «το πιο έντιμο στέλεχος της εταιρείας», που επελέγη «ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο» για τη διαχείριση των «μαύρων» ταμείων, όπου εξ ορισμού η εποπτεία ήταν περιορισμένη. «Αν η Γερμανία είχε νομοθεσία σαν την αμερικανική, που παρέχει αμοιβές για τέτοιου είδους αποκαλύψεις, ο συγκεκριμένος πιθανότατα να είχε απευθυνθεί νωρίτερα στις Αρχές. Την πελάτισσά μας που έλαβε 120 εκατ. δολάρια δεν τη νοιάζει που απολύθηκε!». Τα κίνητρα αυτά είναι απαραίτητα, καθότι «το να είσαι πληροφοριοδότης είναι εφιάλτης, οι συνάδελφοί σου σε θεωρούν προδότη».

Στην καταπολέμηση της διαφθοράς, τονίζει, «δεν αρκεί η δικαστική προσέγγιση». «Χρειάζεστε συμμάχους – στην έρευνα για τη λίστα Μπόργιανς, πρέπει να σας βοηθήσουν οι Ελβετοί». Η Ελλάδα, ωστόσο, δεν είναι ΗΠΑ ή Γερμανία – δεν έχει πολλά περιθώρια να πιέσει την Ελβετία να συνεργαστεί. «Δεν συμφωνώ. Το θέμα είναι να ξέρεις πώς να ζητήσεις βοήθεια. Η κυβέρνησή σας δείχνει να έχει την πολιτική βούληση, αλλά χρειάζεται τεχνική βοήθεια. Για παράδειγμα, στους 10.000 λογαριασμούς της λίστας Μπόργιανς δεν υπάρχουν πια χρήματα. Αλλά οι ελληνικές αρχές θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την πορεία των χρημάτων αυτών αν συνδέονται με υποθέσεις διαφθοράς». Οπως τονίζει, «η Ελλάδα πρέπει να βιαστεί. Τα δεδομένα σχετικά με τις καταθέσεις των ελβετικών τραπεζών σβήνονται έπειτα από δέκα χρόνια. Ηδη, έχετε χάσει τα στοιχεία για το 2006».

Ο πρώην διεθνής εισαγγελέας δηλώνει πρόθυμος να βοηθήσει την κυβέρνηση στα θέματα αυτά: «Η Ελλάδα είναι σημαντική στη μάχη κατά τη διαφθοράς. Μπορώ να τους φέρω σε επαφή με τους κατάλληλους ανθρώπους». Πραγματική πρόοδος θα επιτευχθεί μόνο «αν συνδυάσουμε την πολιτική με τη νομική σοφία».

Προς το τέλος, επιστρέφουμε στο θέμα της δίκης των χουντικών στην Αργεντινή («η μητέρα μου ήταν εναντίον μου, υπέρ του καθεστώτος, αλλά άλλαξε όταν είδε τα θύματα», θυμάται). Πόσο δύσκολο είναι να αλλάξει ριζικά μια χώρα, να υπάρξει ισονομία και κανείς να μην είναι υπεράνω του νόμου; «Κοιτάξτε, τότε [το 1985] νόμιζα ότι θα μετατρέπαμε την Αργεντινή σε Σουηδία. Αυτό ήταν αφελές. Η Αργεντινή δεν είναι το ίδιο μέρος που ήταν τη δεκαετία του ’70, αλλά παραμένει δύσκολο, χαοτικό μέρος. Οπως είπε σε ένα δημοσιογράφο που έγραφε ένα βιβλίο για τον πρώην πρόεδρο Κάρλος Μένεμ, ο επί τριακονταετία σεφ του προεδρικού μεγάρου, μέσα στα χρόνια χρειάστηκε να αλλάξει πολλές φορές το μενού, καθώς άλλαζαν τα γούστα των διαφορετικών προέδρων. Το μόνο πράγμα που δεν άλλαζε ήταν οι καλεσμένοι».

Η συνάντηση

Το ψάρι είχε την τιμητική του στο «Γεύμα» με τον Λουίς Μορένο-Οκάμπο: σφυρίδα και μυλοκόπι, με σούπα gazpacho με γαρίδες και το carpaccio ημέρας για πρώτα. Εκείνος παραδόθηκε στον πειρασμό του μιλφέιγ στο τέλος της κουβέντας μας. Εγώ περιορίστηκα σε έναν εσπρέσο. Η κουβέντα έρρεε από την αρχή, οπότε δεν χρειάστηκε τις λιπαντικές ιδιότητες του οίνου ή άλλων οινοπνευματωδών. Ο λογαριασμός ήταν 109,80 ευρώ.

Oι σταθμοί του

1952
Γεννιέται στο Μπουένος Αϊρες.

1985
Αναλαμβάνει τη δίωξη εννέα υψηλόβαθμων αξιωματικών του στρατού –συμπεριλαμβανομένων και τριών πρώην αρχηγών κράτους– για τα πεπραγμένα τους στα χρόνια της χούντας του Βιντέλα.

1990
Χειρίζεται την τελευταία του μεγάλη υπόθεση ως επικεφαλής εισαγγελέας της Αργεντινής, την τελευταία μεγάλη στρατιωτική εξέγερση στη χώρα.

1992
Ιδρύει τη δική του δικηγορική εταιρεία, τη Moreno Ocampo & Joffre.

2003
Ενώ βρίσκεται στο Harvard ως επισκέπτης καθηγητής, διορίζεται εισαγγελέας του νεοσυσταθέντος Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

2012
Λίγο πριν λήξει η θητεία του, πετυχαίνει την πρώτη του καταδίκη, κατά του Κονγκολέζου αντάρτη  Τόμας Λουμπάνγκα.

2013
Κυκλοφορεί το ντοκιμαντέρ «The Court», που εστιάζει στη θητεία του στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Την ίδια χρονιά προσλαμβάνεται στη δικηγορική εταιρεία Getnick & Getnick στη Νέα Υόρκη, που ειδικεύεται στην εκπροσώπηση πληροφοριοδοτών.