ΠΡΟΣΩΠΑ

Ενα ταλέντο χωρίς τυμπανοκρουσίες

ena-talento-choris-tympanokroysies-2143720

«Νομίζω πως ακόμη ακούω, κρυμμένος κάτω από φοινικιές, τη γλυκιά και δυνατή φωνή της, σαν τραγούδι αγριοπερίστερου»… Τους διάσημους αυτούς στίχους της άριας, που τραγουδά ο ψαράς Ναντίρ για την ιέρεια Λεϊλά, από την όπερα «Αλιείς μαργαριταριών» του Μπιζέ, μου τραγούδησε a capella η Χριστίνα Μαξούρη, όταν τη ρώτησα για το τι τραγούδησε στο Piccolo Teatro του Μιλάνου. Λίγες ημέρες πριν από τη συνάντησή μας, βρισκόταν στο διάσημο ιταλικό θέατρο με τα «Δανεικά παπούτσια» της, τραγουδώντας από άριες έως και ρεμπέτικα –π.χ. το «Χασαπάκι» του Βαμβακάρη– προτού επιστρέψει στην Ελλάδα και φορέσει το κοστούμι της μεγαλοαστής για τον ρόλο της στην «Ορέστεια» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.

Η ηθοποιός απέναντί μου παραπέμπει σε εκείνη τη στόφα των καλλιτεχνών που αφήνονται να τους «ταξιδέψει» το πλούσιο ταλέντο τους, χωρίς τυμπανοκρουσίες. «Τα τελευταία δυόμισι χρόνια που κάνω τα “Δανεικά παπούτσια” έχω απεμπλακεί από την αγωνία της απόδοσης. Είναι περισσότερο ξόδεμα ενέργειας παρά ουσία, να αγωνιάς εάν είσαι καλός, εάν θα αρέσεις, με έναν τρόπο ναρκισσιστικό. Αυτό που έχει νόημα είναι να είσαι ειλικρινής και παρών σε αυτό που κάνεις, ό,τι και εάν κάνεις. Οσο πιο διαμπερής είσαι ως καλλιτέχνης, τόσο μεγαλύτερη επικοινωνία πετυχαίνεις με το κοινό. Πώς είναι το καλοκαίρι, που φοράμε λιγότερα ρούχα; Η τέχνη θέλει γύμνια, που απαιτεί αφαίρεση εαυτού», λέει.

Στα «Δανεικά παπούτσια», η Χριστίνα Μαξούρη «δανείζεται» παλιές και νέες μελωδίες και τις ερμηνεύει a cappella, πλάι σε κείμενα των Χατζιδάκι, Ελύτη, Λειβαδίτη, Περεσιάδη, Σαίξπηρ, παίζοντας ενίοτε μεταλλόφωνο, κλαρινέτο ή μπαγλαμαδάκι, «σε μια χειροποίητη και “κατ’ οίκον” συναυλία, αφήνοντας χώρο στην κατάργηση της απόστασης μεταξύ κοινού κι ερμηνευτή και στα απρόβλεπτα της συνύπαρξης», όπως εξηγεί η ίδια. «Μ’ αρέσει που στις παραστάσεις στο εξωτερικό διαπιστώνω πόσο μεγάλη δύναμη έχει ο ελληνικός λόγος. Τα τραγούδια αυτά, όπως και τα κείμενα, έχουν μεγάλη δόνηση, που με συγκινεί, με ανασυντάσσει, με ησυχάζει», προσθέτει, και ύστερα από μικρή παύση συμπληρώνει: «Είμαι λίγο του παλιού. Δεν μπορώ να συντονιστώ με τα καινούργια τραγούδια. Τα παλιά τραγούδια που εγώ διαλέγω είναι άμεσα, λιτά, έχουν ευθύτητα σε σχέση με το συναίσθημα που θέλουν να μεταφέρουν».

Η ίδια βέβαια αυτές τις ημέρες έχει αφήσει τα «Δανεικά παπούτσια» της στο σπίτι στην Καλλιθέα, για να ακολουθήσει την παράσταση της «Ορέστειας» στην περιοδεία της στην Ελλάδα, ως κορυφαία του Χορού. Μία παράσταση που πυροδότησε συζητήσεις σε θεατρόφιλο κοινό και κριτικούς, ωστόσο αποτελεί ένα σταθμό για την ηθοποιό, η οποία ξεκίνησε την καριέρα της το 2003-2004, μόλις αποφοίτησε –αριστούχος– από τη δραματική σχολή, ερμηνεύοντας τη Σόνια στον «Θείο Βάνια» του Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία Γιώργου Αρμένη στο Νέο Ελληνικό Θέατρο.

«Ο ρόλος της Σόνιας ήταν μεγάλη δοκιμασία, που πήγαινα να τον αντιμετωπίσω με το ένστικτο. Οταν είσαι νέος, είσαι τολμηρός. Η παρόρμηση με τον καιρό παίρνει άλλη μορφή, αποκτάς διαφορετική εσωτερική ισορροπία», σημειώνει. «Αυτά τα χρόνια διαπίστωσα πως στο θέατρο, στο τραγούδι, στην τέχνη γενικότερα, έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους πολύ πιο έμπειρους και κατασταλαγμένους από σένα. Επομένως, η επιθυμία και η σκέψη του ηθοποιού αρχίζει να σωπαίνει, μέχρι ο ίδιος να ξεκινήσει να σμιλεύεται από την τέχνη του, να μαθαίνει τον εαυτό του και να κατανοεί ότι το πιο σημαντικό είναι η συνάντηση με όμορφα κείμενα και ωραίους ανθρώπους».

​​Επόμενοι σταθμοί της «Ορέστειας», σήμερα στο Αρχαίο Θέατρο Δίου και την Τρίτη 26/7 στη Λάρισα.