ΠΡΟΣΩΠΑ

«Αξιοπερίεργη η διαμονή Γκιουλέν στις Ην. Πολιτείες»

axioperiergi-i-diamoni-gkioylen-stis-in-politeies-2144868

«Εξαιρετικά ανώμαλη» χαρακτηρίζει τη σχέση του Φετουλάχ Γκιουλέν με τις Ηνωμένες Πολιτείες ο Τούρκος οικονομολόγος και καθηγητής στο John Kennedy School of Government του Harvard, Ντάνι Ρόντρικ. «Πρόκειται για κάποιον του οποίου οι οπαδοί προκάλεσαν ανείπωτη ζημιά στις ένοπλες δυνάμεις ενός ΝΑΤΟϊκού συμμάχου των ΗΠΑ. Κι ο άνθρωπος αυτός απολαμβάνει την προστασία της αμερικανικής κυβέρνησης».

Η ματιά του Ρόντρικ στις εξελίξεις είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Δεν πρόκειται απλά για έναν διεθνούς φήμης Τούρκο ακαδημαϊκό. Είναι επίσης σύζυγος της –επίσης καθηγήτριας του Harvard– Πινάρ Ντογάν, η οποία είναι κόρη του στρατηγού εν αποστρατεία Τσετίν Ντογάν. Ο Ντογάν ήταν από τους βασικούς κατηγορούμενους της πολύκροτης δίκης για την υπόθεση «Βαριοπούλα» (Sledgehammer). Πριν από την τελική αθώωσή του το 2015, είχε δικαστεί και καταδικαστεί ως κύριος εμπνευστής σχεδίου πραξικοπήματος κατά της κυβέρνησης Ερντογάν.

Ο Ρόντρικ και η γυναίκα του απέκτησαν για τέσσερα χρόνια την ιδιότητα των ιδιωτικών ντετέκτιβ, αποκαλύπτοντας την εκτεταμένη σκευωρία κατά των 365 στρατιωτικών που ενεπλάκησαν στην υπόθεση, υπό την επιχειρησιακή διαχείριση του κινήματος Γκιουλέν και με την πλήρη στήριξη, για αρκετά χρόνια, του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Δύο πτυχές

«Υπάρχει η νομική και η πολιτική πτυχή του ζητήματος της έκδοσης» του Γκιουλέν, σημειώνει ο Ρόντρικ. «Νομικά, πιστεύω ότι υπάρχει σοβαρή αιτία για την έκδοση, καθώς είναι πολύ πιθανό ο Φετουλάχ Γκιουλέν να εμπλέκεται άμεσα στην απόπειρα πραξικοπήματος – αρκεί φυσικά η τουρκική κυβέρνηση να μπορεί να παρουσιάσει ένα φάκελο με πειστικά στοιχεία. Σε πολιτικό επίπεδο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δικαιολογείται απολύτως να ανησυχεί για θέματα δίκαιης δίκης –ιδιαίτερα για κάποιον σαν τον Γκιουλέν– στις συνθήκες που επικρατούν σήμερα».

Το μεγαλύτερο όμως ζήτημα, για τον Ρόντρικ, αφορά την εμπλοκή του Γκιουλέν και του κινήματός του στη «συνωμοσία κατά των στρατηγών», όπως την έχει χαρακτηρίσει σε παλαιότερο κείμενό του για τις υποθέσεις «Βαριοπούλα» και «Εργκένεκον». «Ακόμα και αγνοώντας το ίδιο το πραξικόπημα, η εμπλοκή του κινήματος στις υποθέσεις αυτές, με την ευρύτατη χρήση χαλκευμένων στοιχείων, προκάλεσε τεράστια ζημιά στον στρατό και καθιστά τη διαμονή του Γκιουλέν στις ΗΠΑ αξιοπερίεργη», λέει στην «Κ».

Πρώην σύμμαχοι

Η συμμαχία Ερντογάν – Γκιουλέν, σύμφωνα με τον Ρόντρικ, παρέμενε ισχυρή όσο αντιμάχονταν τον κοινό εχθρό: το κοσμικό βαθύ κράτος, ιδιαίτερα στις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων. Ωστόσο, όπως ισχυρίζεται, η σύγκρουση μεταξύ τους είχε ήδη ξεκινήσει πριν από τις έρευνες για διαφθορά στο στενό περιβάλλον του Τούρκου προέδρου (πρωθυπουργού τότε), από εισαγγελείς που πρόσκειντο σε κίνημα του αυτοεξόριστου ιεροκήρυκα, στα τέλη του 2013.

«Στα ύστερα στάδια των δικών των στρατιωτικών, ο Ερντογάν συνειδητοποίησε πλήρως το εύρος της επιρροής του κινήματος στο δικαστικό σώμα και στην αστυνομία», σημειώνει. «Κινήθηκε λοιπόν εναντίον τους παρασκηνιακά, με ζωτικό πεδίο τον έλεγχο της υπηρεσίας πληροφοριών. Ο διευθυντής της ΜΙΤ τότε, ο Χακάν Φιντάν, ήταν έμπιστος συνεργάτης του Ερντογάν. Οπαδοί του Γκιουλέν είχαν προσπαθήσει να πλήξουν την υπόληψή του κατηγορώντας τον –ανεπιτυχώς– ότι είχε διασυνδέσεις με το PKK. Μετά την υπόγεια αυτή αντιπαράθεση, ξέσπασε ανοιχτός πόλεμος».

Το γνώριζαν

Η εκδοχή ότι το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ήταν έργο του παλαιού κεμαλικού κατεστημένου δεν τον πείθει καθόλου. «Οι ένοπλες δυνάμεις τα τελευταία δέκα χρόνια είναι σε μία συνεχή διαδικασία αναδιάρθρωσης και επαναπροσανατολισμού. Υπήρχαν πολλές στιγμές στην περίοδο αυτή όπου θα μπορούσαν οι παλιοί κεμαλιστές να είχαν αντιδράσει. Δεν βγάζει νόημα η θεωρία ότι κινήθηκαν τώρα. Ο Ερντογάν είχε πάρει αποστάσεις από τις δίκες, είχε μιλήσει και αυτός για συνωμοσία κατά του στρατού, τελευταίως είχε συμφιλιωθεί με τη Ρωσία και το Ισραήλ, είχε ξεκινήσει να εγκαταλείπει τις τυχοδιωκτικές του επιχειρήσεις στη Συρία, ενώ είχε ανάγκη τον στρατό στη μάχη κατά των Κούρδων». Αντιθέτως, τονίζει, «οι οπαδοί του Γκιουλέν εντός των ενόπλων δυνάμεων γνώριζαν ότι επίκειτο κίνηση εναντίον τους από την κυβέρνηση».

Στον τομέα ειδικότητάς του, την οικονομία, πώς βλέπει τις προοπτικές της χώρας του; «Πολύ αρνητικές. Ενας σημαντικός λόγος για τη στροφή του Ερντογάν στην εξωτερική πολιτική ήταν ότι η πολιτική έντασης με τις γειτονικές χώρες είχε οδηγήσει σε μεγάλη επιβράδυνση της εισροής κεφαλαίων, αλλά και τουριστών. Προσπάθησε λοιπόν, με τη συμφιλιωτική του προσέγγιση, να αναστρέψει την αρνητική τάση στην οικονομία.

Αλλά το πραξικόπημα επισκίασε τελείως αυτές τις θετικές πρωτοβουλίες. Τώρα, η μοναδική προτεραιότητα για τον Ερντογάν είναι να διασφαλίσει την επιβίωσή του και να εκκαθαρίσει τον κρατικό μηχανισμό από τους οπαδούς του Γκιουλέν. Αυτό θα ζημιώσει σημαντικά την οικονομία στους επόμενους μήνες».

Οι απαξιωμένοι φιλελεύθεροι

Η αντίδραση του Ερντογάν στο πραξικόπημα «αναμφίβολα βυθίζει την Τουρκία βαθύτερα στον αυταρχισμό», σημειώνει ο Ρόντρικ. Η βιαιότητα της απόπειρας κατάλυσης του πολιτεύματος, παρατηρεί, «θα οδηγούσε οποιαδήποτε Δημοκρατία στη λήψη έκτακτων, μη δημοκρατικών μέτρων».

Ωστόσο, «η Τουρκία του Ερντογάν ήδη κινούνταν σε αυταρχική κατεύθυνση πριν από το πραξικόπημα. Ενας διαφορετικός ηγέτης θα χρησιμοποιούσε την κρίση αυτή ως ευκαιρία για να προσεγγίσει την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, συμπεριλαμβανομένων και των Κούρδων, που στήριξαν την εκλεγμένη κυβέρνηση κατά των πραξικοπηματιών. Αλλά ο Ερντογάν, στον πυρήνα του, είναι κάθε άλλο παρά φιλελεύθερος δημοκράτης και αυτό που συνέβη έχει οξύνει την παράνοιά του».

Ο Ρόντρικ δεν είναι αισιόδοξος ότι η κοινωνία των πολιτών και η φιλελεύθερη πολιτική τάξη έχουν τη θέληση και τη δύναμη να αντισταθούν στις αυξανόμενα δικτατορικές τάσεις του Τούρκου προέδρου. «Η Τουρκία έχει μία πολυπληθή μεσαία τάξη, που επιθυμεί συναίνεση και σταθερότητα. Αλλά η φιλελεύθερη ιντελιγκέντσια που την εκφράζει απαξίωσε τον εαυτό της τρομακτικά με τη στάση της τα προηγούμενα χρόνια».

Η υποστήριξη που έδωσαν τόσο στον Ερντογάν όσο και στο κίνημα Γκιουλέν στα χρόνια των υποθέσεων «Βαριοπούλα» και «Εργκένεκον», θεωρεί ο Ρόντρικ, με τη λογική ότι προείχε η καταστολή των πολιτικών βλέψεων των ενόπλων δυνάμεων, «έχει καταστήσει τους φιλελεύθερους μη αξιόπιστο παράγοντα» στην πολιτική σκηνή και την κοινωνία. «Δεν μπορούν να παίξουν θετικό ρόλο σε αυτήν τη συγκυρία».