ΠΡΟΣΩΠΑ

Ορφέας Περίδης: «Ενα λάθος μπορεί να γίνει τραγούδι»

orfeas-peridis-ena-lathos-mporei-na-ginei-tragoydi-2182741

Οταν ήταν παιδί έπαιρνε το καλαμένιο τιναχτήρι με το οποίο η μητέρα του ξεσκόνιζε τα χαλιά και το έκανε μπουζούκι. «Τι θα κάνουμε με αυτόν;» αναρωτιόταν ο πατέρας; Ο Ορφέας Περίδης έγινε ένας από τους μελωδικότερους τροβαδούρους της έντεχνης σκηνής του ’90.

Πού να το φανταζόταν εκείνα τα χρόνια στην Καλλιθέα όπου μεγάλωσε. Ενα ντροπαλό αγόρι που του άρεσε το τραγούδι, αλλά, όταν του έλεγε η θεία του για τον μακρινό συγγενή της οικογένειας «θα φωνάξω τον Γιώργο Ζαμπέτα να τον γνωρίσεις», ο μικρός Ορφέας κρυβόταν κάτω από το τραπέζι. Ξεθάρρευε μόνο στα οικογενειακά γλέντια.

Τα θυμάται όλα αυτά και γελάει, ένα βράδυ στο απόμερο εξοχικό της οικογένειας στη Νέα Μάκρη. Μιλάει για την καριέρα του που ξεκίνησε στα 36 του, τους φίλους αλλά και τα καινούργια του τραγούδια. Δεκαπέντε παρακαλώ, σε έναν χορταστικό δίσκο με τίτλο «Paradise» (εκδόσεις Spider music), γεμάτα νοσταλγική διάθεση και αίσθημα σε δικούς του στίχους, του Γιώργου Σιδερή και του Μάνου Τσιλιμίδη, επίσης του Αλκη Αλκαίου και του Ηλία Κατσούλη, δύο μελοποιημένα ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη  και ένα του Τέλλου Αγρα. Συνοδοιπόροι του ο Σωκράτης Μάλαμας και η Λιζέτα Καλημέρη.

Μικρές ιστορίες που μιλούν για ανθρώπινες σχέσεις, διαδρομές, την πόλη, την εξοχή. «Ο κήπος μου» ένα απ’ αυτά, αναφέρεται σε φυτά που φύτεψε στον κήπο του παίρνοντας φιντάνια και ρίζες από φίλους. «Βλέποντάς τα, τους θυμάμαι κάθε μέρα». Τον πάπυρο του τον είχε δώσει ο Κωστής Παπαγιώργης, ενώ το καλάμι μπαμπού το έφερε η Βάσω Αλαγιάννη από την Ινδία. «Το τραγούδι αυτό είναι η ζωή μου, οι αναμνήσεις, οι φίλοι μου».

Η γενιά του ζει από τις συναυλίες και τα δικαιώματα των τραγουδιών. Ομως αυτή η εποχή, όσο δύσκολη κι αν είναι για τη δισκογραφία, τον κάνει να αισθάνεται πιο ελεύθερος. «Δεν με δεσμεύει κανένα συμβόλαιο και καμία προκαταβολή. Τίποτα δεν με υποχρεώνει να κάνω δίσκο γιατί λ.χ. πρέπει να επισπεύσω την αμοιβή μου. Από έναν δίσκο δεν ζεις βέβαια, αλλά από δέκα τα καταφέρνεις. Ο Νίκος Παπάζογλου έκανε συναυλίες επί χρόνια χωρίς να κάνει καινούργιο δίσκο».

Δοκιμάζει μουσικά όργανα. Γύρω μας, ένα πιάνο, μια τούμπα, ένα κασόνι (κρουστό των Λατινοαμερικανών). «Η δύναμη του τυχαίου καμιά φορά είναι μεγάλη. Επειδή δεν είσαι τόσο καλός πιανίστας, ένα λάθος μπορεί να σου δώσει μια ωραία εισαγωγή ή κι ένα ωραίο, σωστό τραγούδι. Το λάθος είναι σύμμαχος του δημιουργού, πολύ περισσότερο τα λάθη της ζωής. Πιάνο έκανα μέχρι τα 25 μου, το παράτησα όμως για θεωρητικά και την κλασική κιθάρα και το ξανάπιασα πάλι στα 50. Ελεγα ότι θα χρειαστώ μια δεκαετία για να κάνω την έκπληξη. Δεν την έκανα ποτέ. Παίζω πιάνο σε μια ηχογράφηση, αλλά όχι για κονσέρτο».

Τα χάλκινα τα αγαπούσε από μικρό παιδί. Είχε ζητήσει μάλιστα από τη μητέρα του να τον γράψει στην μπάντα του Δήμου Καλλιθέας. Αλλά εκείνο το απόγευμα ήταν κλειστή. Οκτώ ετών ήταν τότε, αλλά ακόμη το θυμάται. Δέκα χρόνια αργότερα, στα 18, πήγε στο Ωδείο και στα 30 του πήρε το πτυχίο Αρμονίας και κλασικής κιθάρας. Οταν ξεμπέρδεψε μαζί της άρχισε να γράφει τραγούδια.

Στο οικογενειακό εξοχικό ανακαλύπτει τους ήχους των οργάνων χωρίς να ενοχλεί τους γείτονες. «Είναι κάπως μοναχικά, αλλά βολεύει γιατί η συγγραφή και το τραγούδι θέλει λίγη μοναξιά. Είναι παίδεμα να γράφεις». Εκείνος ασχολείται με τις λέξεις, τις παιδεύει, ψάχνει τη μελωδία που ταιριάζει στην αισθητική τους. «Οταν ξεκινάω από τη μελωδία έχω ήδη την ατμόσφαιρα στο μυαλό μου, όπως μου συνέβη στο “Φεύγω” και “Τα τραγούδια μου τ’ αμερικάνικα”. Για τη “Φωτοβολίδα” χρειάστηκαν τέσσερις μήνες να βρω τους σωστούς στίχους, ενώ στο “Κάτι μου κρύβεις” μόλις 15 λεπτά. Δεν υπάρχει τραγούδι που δεν είναι βιωματικό. Ακόμη κι αν δεν έζησα το γεγονός, μπορώ να αισθανθώ το βίωμα».

Ο πρώτος του δίσκος κυκλοφόρησε το 1993. Προηγήθηκαν κάποια τραγούδια που έδωσε στον Νίκο Παπάζογλου το 1989. «Πήγα σε μια συναυλία του στον Λυκαβηττό και του έδωσα μια κασέτα». Ακολούθησαν οι Αγώνες ελληνικού τραγουδιού Κέρκυρας και Καλαμάτας του Μάνου Χατζιδάκι και έπειτα ηχογράφησε το «Αχ ψυχή μου φαντασμένη». Η ζωή του άλλαξε με τη «Φωτοβολίδα», που ακουγόταν παντού, μέρα νύχτα. «Επαθα μεγάλο σοκ τότε. Δεν είναι εύκολο να διαχειριστείς την επιτυχία. Μου δημιούργησε ένα τρομερό άγχος για τον δεύτερο δίσκο. Ευτυχώς είχα φίλους σαν τον Κωστή Παπαγιώργη που τον συμβουλευόμουν. Εκείνη την εποχή θυμάμαι είχε πάθει αγοραφοβία κι εγώ οδηγούσα και τον πήγαινα με το αυτοκίνητο στους φίλους του, τον Ευγένιο Αρανίτση, τον Στέλιο Ράμφο κ.ά. Αυτή η συντροφιά μου έκανε πολύ καλό».

Τα χρόνια που ακολούθησαν, τραγούδια του είπαν ο Μανώλης Λιδάκης, η Χάρις Αλεξίου, η Μελίνα Κανά, ο Σωκράτης Μάλαμας και η Λιζέτα Καλημέρη, όπως τώρα στον καινούργιο του δίσκο. Με την Καλημέρη μάλιστα ετοιμάζουν καινούργια δουλειά. Τραγούδια του όμως είπαν και τραγουδιστές της άλλης πλευράς. Το «Κάτι μου κρύβεις» ήταν ένα απ’ όσα είπε ο Bασίλης Καρράς αλλά και το «Στάγδην βραδέως, ενδοφλεβίως», που θυμίζει Ακη Πάνου. «Μου άρεσε που τα είπε. Με ενημέρωσε μάλιστα ο ίδιος παρότι θα μπορούσε να μην το κάνει.

Από κει και πέρα είναι ευθύνη του καθενός πώς λέει τα τραγούδια».

Παράπονο από την καριέρα μου δεν έχω…

Τραγούδι για την κρίση έγραψε, αλλά το άφησε έξω από τον δίσκο. Δεν ήθελε να θεωρηθεί λαϊκιστικό. Αλλωστε, μας είχε δώσει το προφητικό «Εθνικό έλλειμμα» ήδη από το 1998. «Αισθανόμουν το τσουνάμι που ερχόταν με όλη αυτή την επίπλαστη ευμάρεια. Ηταν μια εποχή υλιστικής στροφής του ανθρώπου προς τα οικόπεδα, τα ακριβά αυτοκίνητα, τις επενδύσεις όπου πρώτη είδηση ήταν οι οικονομολόγοι και οι υπουργοί Οικονομικών όπως τώρα είναι η Κομισιόν, το ΔΝΤ. Παράπονο από την καριέρα μου δεν έχω. Καλά πήγαν τα πράγματα. Θα μπορούσα να κάνω υπερατλαντικά ταξίδια στον απόδημο ελληνισμό, να γεμίζω τις τσέπες μου, αλλά καλά είμαι κι έτσι. Ασε που φοβάμαι και τα αεροπλάνα».

Το καλό τραγούδι, λέει, θέλει κόπο. «Χρειάζεται τόλμη να σκίζεις και να πετάς». Θα ήθελε να είναι πιο προγραμματισμένος, «αλλά συχνά σκέφτομαι ότι και το χαζολόγημα είναι δημιουργικό γιατί αποστασιοποιείσαι απ’ ό,τι κάνεις». Το στούντιο του αρέσει περισσότερο από τα λάιβ. «Ο κόμπος πριν από την παράσταση δεν φεύγει ποτέ.

Τρεις ώρες στημένος με μια κιθάρα μπροστά στα μάτια του κόσμου δεν είναι εύκολο, όμως η δύναμη να κάνεις τον κόσμο να τραγουδάει μαζί σου είναι ευτυχία».

Εκδηλωτικός δεν ήταν ποτέ. «Χρόνια ζήλευα την άνεση του περφόρμερ που έχουν άλλοι συνάδελφοί μου. Πιεζόμουν ότι σώνει και καλά πρέπει να πω κάτι στη σκηνή εκτός από τα τραγούδια, να έχω κάποιες πρόζες, να μη στέκομαι σαν αγγούρι. Επειτα κατάλαβα ότι τα τραγούδια μιλούν μόνα τους».

Δεν αγάπησε ποτέ τον σκληρό ήχο, δεν έγραψε ηχητικές υπερβολές. Από τα 36 του ώς τα 60 σήμερα, έγραφε ωραίες γλυκόπικρες μπαλάντες αλλά και ωραία λαϊκά τραγούδια. «Τα λαϊκά ήρθαν στη γραφή μου και στη μελωδία μου χωρίς να με ρωτήσουν».