ΑΠΟΨΕΙΣ

Και τώρα τι, σε ΗΠΑ, Βρετανία;

​Είναι προφανές ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ακατάλληλος για τη θέση στην οποία βρίσκεται. Είναι επίσης βέβαιο ότι το Brexit θα φέρει μόνο δυστυχία στον λαό της Βρετανίας. Ομως, στις ΗΠΑ, παρά τα στοιχεία που έχει συλλέξει ο ειδικός εισαγγελέας Ρόμπερτ Μιούλερ εις βάρος ανθρώπων κοντά στον πρόεδρο (πολλά από τα οποία σίγουρα εμπλέκουν και τον ίδιο τον Τραμπ), ακόμη φαίνεται εξαιρετικά αμφίβολο ότι θα υπάρξει διαδικασία αποπομπής του προέδρου. Στη Βρετανία, παρά το αδιέξοδο, η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι και ο αρχηγός των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν δεν τολμούν να παραπέμψουν το πρόβλημα στον λαό για λύση μέσω δεύτερου δημοψηφίσματος. Και στις δύο χώρες γίνεται επίκληση του φόβου αντίδρασης όσων υποστηρίζουν τον Τραμπ ή όσων υποστηρίζουν το Brexit. Με άλλα λόγια, οι θεσμοί που επωμίζονται την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος δεν τολμούν να αντισταθούν στις επιταγές μιας δυναμικής μειοψηφίας. Το πρόβλημα είναι το αντίθετο του κινδύνου που επικαλούντο διανοητές στο παρελθόν – η επιβολή της θέλησης της πλειοψηφίας στο σύνολο των πολιτών. Τώρα η θέληση των λίγων δεσμεύει τους πολλούς, στο όνομα της δημοκρατίας.

Ασφαλώς, και στις δύο χώρες κυριαρχεί η θεσμική υποχρέωση να παραμείνουν σεβαστά τα αποτελέσματα εκλογών. Ομως, οι ιδρυτές της αμερικανικής δημοκρατίας προέβλεψαν τους κινδύνους που προκύπτουν από την αρχή ενός ανθρώπου και θέσπισαν το σύστημα κατά το οποίο το Κογκρέσο, η Δικαιοσύνη και η εκτελεστική εξουσία επιδιώκουν μια λειτουργική ισορροπία μεταξύ τους. Ο Τραμπ, όμως, σε αγαστή συνεργασία με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, έφερε το σύστημα στα όριά του, έχοντας τη στήριξη του Κογκρέσου (έως τις πρόσφατες «μεσοπρόθεσμες» εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και για τη Γερουσία) και επέλεξε Συντηρητικούς δικαστές για το Ανώτατο Δικαστήριο. Τώρα, η Βουλή ελέγχεται από τους Δημοκρατικούς και ο Τραμπ αντιμετωπίζει σοβαρότερο έλεγχο από το σώμα αυτό, ενώ αναμένονται τα αποτελέσματα της έρευνας του Μιούλερ. Το εάν θα ξεκινήσει διαδικασία αποκαθήλωσής του θα εξαρτηθεί από τρία πράγματα: πρώτον, εάν ο Μιούλερ έχει βρει στοιχεία που απαιτούν την απομάκρυνση του προέδρου· δεύτερον, από τη ζημία που μπορεί να προκαλέσει ο Τραμπ με τις πράξεις του (και η συνεχόμενη παράλυση του ομοσπονδιακού κράτους ίσως να έχει ολέθριες συνέπειες)· τρίτον, εάν οι θεσμοί, συμπεριλαμβανομένης της Γερουσίας (η οποία ελέγχεται από τους Ρεπουμπλικανούς), θεωρήσουν ότι η ανάγκη απομάκρυνσης του Τραμπ υπερέχει της αγωνίας τους μήπως δυσαρεστήσουν τους ψηφοφόρους του. Αξιοσημείωτη είναι δημοσκόπηση του NPR-PBS NewsHour-Marist poll, που δημοσιεύθηκε χθες: δείχνει ότι μόλις το 30% του συνόλου λέει ότι θα ψήφιζε τον Τραμπ, ενώ απ’ αυτούς που τον ψήφισαν το 2016, μόνο το 75% θα τον ψήφιζε πάλι το 2020. Το γεγονός ότι όσο μικραίνει ο πυρήνας των υποστηρικτών του Τραμπ θα αποτελείται από ολοένα πιο φανατισμένους είναι άλλο ένα πρόβλημα που περιμένει τις ΗΠΑ σε αυτή την πρωτοφανή περιπέτεια.

Στη Βρετανία, ο κόμπος έχει φθάσει στο χτένι. Η Βουλή των Κοινοτήτων απέρριψε τη συμφωνία αποχώρησης από την Ε.Ε. και η ημερομηνία της εξόδου, 29 Μαρτίου, πλησιάζει. Οι επιπτώσεις της αβεβαιότητας είναι ήδη οδυνηρές, οι συνέπειες μιας «άτακτης εξόδου» θα είναι χειρότερες. Το γεγονός ότι οι περισσότεροι Σκωτσέζοι θέλουν να παραμείνουν στην Ε.Ε. εγκυμονεί σοβαρότατους κινδύνους για τη συνοχή του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ το πρόβλημα που προκύπτει από το αν θα υπάρξει σύνορο μεταξύ της Βορείου Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα σε αυτή την πολύπαθη περιοχή. Επίσης, το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της πολιτικής παράλυσης ανοίγει νέες πληγές συνεχώς. Η πλειοψηφία φαίνεται να τάσσεται υπέρ δεύτερου δημοψηφίσματος. Η Βρετανία δεν διαθέτει τους θεσμικούς μηχανισμούς των ΗΠΑ για τη λύση αδιεξόδων. Για παράδειγμα, για πρώτη φορά τώρα, η νομοθετική εξουσία ακύρωσε την πολιτική της πρωθυπουργού, χωρίς, ωστόσο, να λύνει το πρόβλημα για το τι θα γίνει με το Brexit. Οι Βρετανοί, όμως, έχουν να κάνουν με έναν «συνομιλητή», την Ε.Ε., που δεν δεσμεύεται από τον φόβο της αντίδρασης μέρους του βρετανικού πληθυσμού, που μπορεί να χαράξει πολιτική με βάση το συμφέρον των περισσότερων μελών της. Αυτό θα αναγκάσει τη Βρετανία να αναπτύξει νέους θεσμούς και μηχανισμούς για να λύσει, αφενός, τα εσωτερικά της προβλήματα και, αφετέρου, για να διαχειρίζεται τις σχέσεις της με την Ε.Ε. Ισως αναγκαστεί να «καθρεφτίζει» τον οργανισμό από τον οποίο πάσχει να αποσπαστεί.

Και στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, οι δημοκρατικοί θεσμοί δοκιμάζονται όσο ποτέ. Οι απλές λύσεις –αποπομπή Τραμπ, δεύτερο δημοψήφισμα– δεν προτιμώνται. Το αποτέλεσμα, όσον αφορά τις ΗΠΑ, θα είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί να ενισχυθούν, ώστε να μην επαναληφθεί το φαινόμενο Τραμπ, ή να υπονομευθούν τόσο ώστε να διαδέχεται ο ένας Τραμπ τον άλλον. Στη Βρετανία, κυβέρνηση και αντιπολίτευση πρέπει να καταλάβουν ότι ενδίδοντας σε αυτό που απαιτούν οι πιο άκαμπτοι, οι πιο ανεύθυνοι, υπονομεύουν τα συμφέροντα του συνόλου. Και στις δύο χώρες το θέαμα είναι συναρπαστικό. Οι λύσεις που θα προκύψουν –ή η συνεχόμενη παράλυση– θα αποτελέσουν σημαντικότατα μαθήματα για κάθε χώρα. Επειδή δημοκρατία σημαίνει αέναη αναζήτηση λύσεων προς όφελος του συνόλου.