ΑΠΟΨΕΙΣ

Θανάσης Γιαννακόπουλος: Τυφώνες

thanasis-giannakopoylos-tyfones

Ο αθλητισμός δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική. Μπορεί, όμως, καμιά φορά να την ξεπεράσει.

Η εικόνα του Σταδίου «Ειρήνης και Φιλίας» την περασμένη Τρίτη, με τους «ερυθρόλευκους» όρθιους από σέβας στη μνήμη ενός «εχθρού», του Θανάση Γιαννακόπουλου, ήταν μια στιγμή σπάνια. Μια στιγμή που έπληξε το στερεότυπο το οποίο έχουμε μάθει να πιστεύουμε για τον εαυτό μας: ότι είμαστε μια κοινωνία που τρέφεται από τις σάρκες της. Μια κοινωνία Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός.

Και όμως, γι’ αυτό υπάρχει ο αθλητισμός. Για να μεταβολίζει τη βία σε τελετουργική μάχη, όπου μπορεί κανείς να φανατίζεται –να στρατεύεται σε μιαν επινοημένη ταυτότητα– μόνο για ενενήντα λεπτά ή για τέσσερις δεκάλεπτες περιόδους. Παθιασμένος οπαδός, ο Γιαννακόπουλος έμεινε πάντα στα όρια της τελετής, στα όρια της αναπαράστασης του σπαραγμού, που είναι πάντα αναίμακτος, πάντα συμβολικός – όσο συμβολικό ήταν και το κρυφοσατιρικό προσωνύμιο «τυφώνας».

Ο Τυφώνας ήταν περισσότερο μασκότ οπαδισμού, παρά η κυριολεκτική, βίαιη εκδοχή του. Γεννημένος το 1931, ενηλικιώθηκε ακριβώς τη στιγμή που η Ελλάδα άφηνε πίσω της τους μεγάλους πολέμους και τους μεγάλους διχασμούς για να μπει σε εξήντα χρόνια σχεδόν αδιάκοπης ανάπτυξης. Παιδιά αυτής της εποχής της κοινωνικής κινητικότητας ήταν οι Γιαννακόπουλοι.

Ο Παύλος και ο Θανάσης είχαν κάτι παρηγορητικά παλαιομοδίτικο, που δεν εξαντλούνταν στις γραβάτες τους. Το έβρισκε κανείς στον τρόπο που ο Θανάσης απευθυνόταν στην κοχλάζουσα κερκίδα, προσφωνώντας τη «φίλοι μου αγαπημένοι». Ή στον τρόπο που εκφραζόταν για «τις οικογένειες που τρώνε ψωμί από τα χέρια μας».

Αυτός ο τρόπος θα μπορούσε να είναι σκέτος καπιταλιστικός πατερναλισμός. Στην περίπτωση του Γιαννακόπουλου, όμως, δεν συνοδευόταν από την εξουσιαστική δίψα η οποία χαρακτηρίζει το μοντέλο παραγοντισμού που επικρατεί.

Μάλλον αυτό το ύφος, του πιστού που είναι έτοιμος να δώσει περισσότερα απ’ όσα παίρνει, δικαιολογεί και την παράδοξη εικόνα του ΣΕΦ: Σε ένα κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, όπου ανθεί η πολιτική εμπορία παλαιών και νέων εμφυλίων, ένα γήπεδο σηκώνεται όρθιο για να υποκλιθεί στον αντίπαλο.

Θα ήταν υπεραισιόδοξη γενίκευση, αν έβλεπε κάποιος την ενός λεπτού σιγή των Ολυμπιακών στη μνήμη ενός επιφανούς Παναθηναϊκού σαν ίχνος μιας ευρύτερης ανάγκης για καταλλαγή. Θα ήταν υπερβολικό, αν άκουγε κάτω από αυτή τη σιωπή ένα βαθύ ψυχικό κοίτασμα που κατευθύνεται πάλι προς μια κοινή ζωή – προς αυτό που η σλανγκ της πολιτικής αγοράς έχει ονομάσει κανονικότητα.

Αν υπάρχει τέτοια ροπή, δεν μπορεί να εκπληρωθεί μόνο με δημοσιονομικές επιδόσεις. Χρειάζεται να πιαστεί από κάποια σύμβολα: Από κάτι για το οποίο αξίζει να ενώσεις αν όχι τη φωνή, τουλάχιστον τη σιγή σου.