ΑΠΟΨΕΙΣ

Βασιλική Θάνου: Εμφύλιοι

Θα μπορούσε να είναι ο Αδωνις με περούκα. Θα μπορούσε να είχε εκείνος εμφανιστεί στην Κουμουνδούρου μεταμφιεσμένος, προκειμένου να εκθέσει και πανηγυρικά τις κομματικές κλίσεις της πρώην προέδρου του Αρείου Πάγου.

Ομως, όχι. Η Θάνου στην Κουμουνδούρου ήταν η υπαρκτή Θάνου. Μπροστά στις κάμερες που ήταν στημένες στην έδρα του ΣΥΡΙΖΑ, διατράνωσε η ίδια αυτό που της καταλόγιζαν, χρόνια τώρα, οι πολιτικοί της αντίπαλοι.

Η πρώην πρωθυπουργός και πρώην νομική σύμβουλος πρωθυπουργού λέει ότι έστειλε επιστολή σε όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης για να τα ενημερώσει ως τέως πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Η επίσκεψή της παρουσιάζεται έτσι ως «θεσμική». Το γεγονός ότι δεν έγινε σε ουδέτερο έδαφος –όπως θα ήταν το γραφείο του Τσίπρα στη Βουλή– έχει, ούτως ή άλλως, μόνο συμβολική σημασία.

Συμβολικά, η μη τήρηση των προσχημάτων εξυπηρετεί τη θέση της κυβέρνησης. Οι επιλογές της για τις ανεξάρτητες αρχές –τόσο στη διαδοχή της Θάνου όσο και στη νεοσύστατη υπερ-αρχή για τη διαφάνεια– έχουν τα τυπικά εχέγγυα για να δικαιώσουν πολιτικά τη θεσμικά άγαρμπη εκπαραθύρωση της Θάνου.

Ισως η κυβέρνηση είχε αποφύγει τον θόρυβο, αν είχε επιλέξει και στην περίπτωση της Επιτροπής Ανταγωνισμού να θεσπίσει μια υπερδομή που θα απορροφούσε την αρχή – θεμελιώνοντας έτσι καλύτερα τον ορισμό νέας διοίκησης. Αλλά αυτά πλέον ενδιαφέρουν μόνο τους νομικούς.

Με τον χθεσινό διορισμό του επικεφαλής της νέας ανεξάρτητης αρχής και τον ταυτόχρονο διορισμό της ηγεσίας του Αρείου Πάγου φαίνεται να κλείνει για τους θεσμούς αυτό που, όχι με μεγάλη δόση υπερβολής, θα μπορούσε να ονομαστεί «εποχή Θάνου».

Τα χαρακτηριστικά αυτής της εποχής δεν εξαντλούνται στις υποθέσεις που –για να το πει κανείς κομψά– αποτέλεσαν συνέχεια της πολιτικής αντιπαράθεσης με ποινικά μέσα. Δεν δοκιμάστηκε μόνον η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης έναντι της πολιτικής. Δοκιμάστηκε και η εσωτερική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών έναντι των ανωτέρων τους.

Σε αυτή την ενδοδικαστική διαμάχη ήρθαν να προστεθούν οι παρενέργειες της προσπάθειας της προηγούμενης κυβέρνησης να διορίσει εκείνη τις κεφαλές της Δικαιοσύνης. Δύο ανώτατες δικαστίνες σχεδόν προήχθησαν και μετά σχεδόν υποβιβάστηκαν. Αρεοπαγίτες αναγκάστηκαν να περάσουν δύο φορές την αμφιβόλου σκοπιμότητας διαδικασία της προεπιλογής από τη διάσκεψη των προέδρων της Βουλής.

Ακόμη και αν προσπεράσει κανείς την άποψη νομικών κύκλων που βλέπουν στις τελικές επιλογές της κυβέρνησης τα ίχνη ενός γνώριμου συντηρητισμού, το ζητούμενο δεν αλλάζει: Η Δικαιοσύνη πρέπει να επανέλθει στους κανονικούς της παλμούς. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει εύκολα, αν πιεστεί πολύ να εκκαθαρίσει πολιτικές βεντέτες που προέκυψαν κατά την προηγούμενη περίοδο.

Μαζί με τους Ρασπούτιν, πρέπει να τελειώσει και η ενδοδικαστική ρασπουτινομαχία.