ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν ο συνομιλητής παύει να είναι παρών

Αν προσθέσει κανείς τα χρόνια τους, το σύνολο είναι 342! Μεγαλύτερη η Τζόαν Πλόουραϊτ (89 ετών), σχεδόν συνομήλικες οι άλλες τρεις: Μάγκι Σμιθ, Τζούντι Ντεντς και Αϊλίν Ατκινς (84 – 85). Εχει σημασία όμως αυτό; Στο ανάλαφρο και χαριτωμένο ντοκιμαντέρ του Ρότζερ Μίτσελ «Τσάι με τις Κυρίες» («Tea with the Dames»), εκείνο που κυρίως μετράει είναι η συναναστροφή, οι μεταξύ τους σχέσεις, η φιλία, η συνοδοιπορία στο θέατρο και, εν μέρει, στη ζωή. Και οι τέσσερις έχουν τιμηθεί με τον τίτλο της «Dame» από τη βασίλισσα της Αγγλίας για την προσφορά τους στον πολιτισμό («for services to drama»), έχουν αποθεωθεί για τις ερμηνείες τους, αποσπώντας βραβεία και διακρίσεις. Είναι και οι τέσσερις χορτασμένες από φήμη και αναγνώριση. Η μεταξύ τους οικειότητα (μετρούν γνωριμία 60 χρόνων) είναι αστείρευτη πηγή χιούμορ και ανεκδοτολογικών αφηγήσεων, από τις οποίες δεν εξαιρείται ούτε η σχεδόν τυφλότητα της Πλόουραϊτ ούτε τα προβλήματα βαρηκοΐας που αντιμετωπίζουν. Γελούν, σαρκάζουν και αυτοσαρκάζονται, υποστηρίζουν ότι θα συνεχίσουν να δουλεύουν όσο τους το ζητούν, θυμούνται πιο εύκολα ατάκες από ρόλους παρά τι έκαναν την περασμένη εβδομάδα. Μόνο στο τέλος μεσολαβεί μια σιωπή πριν ακουστούν τα λόγια του Πρόσπερου από τον τελευταίο μονόλογό του στην «Τρικυμία» του Σαίξπηρ:

«…Και σαν τα σκηνικά που δεν έχουν θεμέλια/ οι πύργοι που υψώνονται ως τα σύννεφα, τα ζηλευτά παλάτια, οι  αυστηροί ναοί / η ίδια η μεγάλη σφαίρα/ ναι, κι όλα όσα σηκώνει, θα σκορπίσουνε/ σαν αυτό το άυλο θέαμα θα χαθούν / κι ούτε ψίθυρος δε θα μείνει πίσω τους. / Είμαστε φτιαγμένοι από τα υλικά των ονείρων / ο ύπνος κυκλώνει τη σύντομη ύπαρξή μας».

Η σιωπή που μεσολαβεί, ελάχιστη, αφήνει το αναπόφευκτο να εισβάλει. Ξέρουν πολύ καλά και οι τέσσερις ότι ο χρόνος έχει στενέψει ασφυκτικά, ότι η παύση μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει διαρκείας. Εχουν περάσει στη ζώνη που το μοιραίο μπορεί να ξορκίζεται με χιούμορ αλλά έχει εδραιώσει τη θέση του στις ζωές τους. Γι’ αυτό και υποδέχονται την κάθε μέρα ως δώρο, που το μοιράζονται μεταξύ τους, με το συνεργείο, τους φίλους, τους θεατές τους. Η μόνη στιγμή που ο κύκλος μοιάζει να κλείνει, να μην εμπεριέχει κανέναν άλλον παρά μόνο τη κάθε μία, χωριστά, που το «μαζί» θαμπώνει, είναι η ολιγόλεπτη στιγμή της σιωπής. Οσο μιλούν, ακόμη κι όταν παραμιλούν, υπάρχει δίπλα τους ένας συνομιλητής.

Είναι τυχερές, ως προς αυτό, το αντιλαμβάνονται ως ευλογία.

Πριν από λίγες μέρες, ένας πολύ στενός φίλος του Γιώργου Μπράμου, του δημοσιογράφου, κριτικού κινηματογράφου και συγγραφέα, που πέθανε αναπάντεχα στα 67 του χρόνια, βυθίζοντας στο πένθος πολλές «οικογένειες» (του κινηματογράφου, της πολιτικής, της δημοσιογραφίας), μικρότερες ή μεγαλύτερες, δεν έχει σημασία, πολυπληθείς ή όχι, ούτε κι αυτό στον θάνατο έχει μεγάλη σημασία, η θλίψη δεν μετριέται αριθμητικά, μονολόγησε: «Θα μου λείψει, πάνω απ’ όλα, ο συνομιλητής». Ο Γιώργος Μπράμος ήταν συνομιλητής εκτός από επιστήθιος φίλος. Σημαίνει ότι λιγοστεύει ο ζωτικός χώρος της ανθρώπινης φωνής. Η οικειότητα του σχολιασμού που έχει ρίζες σε βάθος χρόνου και πλοκάμια ορατά και αόρατα. Το τηλεφώνημα που μπορεί να ξεκινήσει από την πολιτική επικαιρότητα και να λοξοδρομήσει στην αμέσως επόμενη φράση. Δεν υπόκειται σε τύπους και κανόνες, είναι ανακουφιστικό και θεραπευτικό, μπορεί να κλείσει απότομα, να προκαλέσει τριβές, να γεμίσει από κενά και αμηχανίες, σιωπές και ετερόκλητες φράσεις. Ο άλλος όμως, ο «δικός σου» άλλος, είναι εκεί. Παρών. Αποσύρεται ή εμφανίζεται, απαντάει ή χάνεται, ανταλλάσσεις μηνύματα μαζί του στο κινητό, στο μέιλ ή στο FB, είναι εκεί. Μέρος μιας ζωής και καθημερινότητας με κοινές καταβολές, κοινό λεξιλόγιο.

Δεν διαφέρουν στα ανθρώπινα οι τέσσερις μεγάλες πρωταγωνίστριες. Ο τίτλος «Dame» δικαιώνει την παρουσία και αναγνωρίζει την προσφορά τους, είναι σπουδαίες γυναίκες και χαρισματικές καλλιτέχνιδες, αλλά η ουσία της συνάντησής τους είναι η συνομιλία.

Η φιλία που εγγράφεται στον ήχο της φωνής, στο άκουσμα του γνώριμου και, γι’ αυτό, καθησυχαστικού. Σε αυτό που ακούς ανεξάρτητα από το περιεχόμενο. Μπορεί και να αφαιρείσαι. Οπως όταν περπατάς μέσα στο σπίτι σου. Καμιά φορά ξεχνάς τον προορισμό, κοντοστέκεσαι, πισωγυρίζεις, επιστρέφεις. Δεν έχει όμως καμία σημασία, γιατί ξέρεις ότι είσαι στο σπίτι σου.