ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα δύσκαμπτα όρια της ανοχής του Αλλου

Είναι ήδη γνωστές οι ενστάσεις στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στα σχολεία. Οτι θα καταστούν μάθημα προαιρετικό, αφού με μόνη την επίκληση της θρησκευτικής του συνείδησης κάθε (ετερόδοξος, άθεος, αδιάφορος) μαθητής θα μπορεί να απαλλάσσεται.

Οτι θα γίνεται διάκριση ανάμεσα στους ορθόδοξους και μη, μαθητές, αφού το μάθημα, υπό μορφή κατήχησης, θα απευθύνεται αποκλειστικά στους πρώτους. Οτι είναι δύσκολο για τον αμφισβητία έφηβο να αποφασίσει αν θέλει να αποκτήσει ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση και ενδέχεται να καταλήξει πως όχι. Οτι η δημιουργία ισότιμου μαθήματος (θρησκειών;), ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος της ελεύθερης ώρας, θα οδηγήσει σε σταδιακή εκχώρηση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στις θρησκευτικές κοινότητες. Οτι θα συρρικνωθούν οι θεολογικές σπουδές και θα υποβαθμιστεί ο ρόλος των θεολόγων («Κ», 25/9).

Δρομολογημένη μοιάζει μια ενδιάμεση λύση. Ομως, όποια κι αν είναι αυτή (π.χ. διακριτά κεφάλαια με θρησκειολογικές αναφορές στο τέλος της ύλης), θα ήταν ίσως καλό να μελετηθούν και άλλες διεπιστημονικές παράμετροι για την αληθινή προστασία της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας, αλλά και για τη διαχείριση του φόβου που γεννούν οι αλλότριοι «πυρετοί» – ακόμη αρκετοί στη Γη διαπρέπουν σε αιμοσταγείς θρησκευτικούς «άθλους».

Δεν αρκούν για τον μετριασμό της μισαλλοδοξίας οι αλλαγές στα Θρησκευτικά που επιβάλλουν οι νέες συνθήκες πολιτισμικής ετερότητας. Δηλαδή, αν θα περιοριστούν ή θα ενταθούν ο συντηρητισμός και η αδιαλλαξία δεν εξαρτάται μόνο από τις όποιες τροποποιήσεις στο μάθημα, αλλά από την ευρύτερη παιδεία – το ισχυρότερο όπλο ενάντια στον σκοταδισμό, στη σύγχυση, στη μαζική παράκρουση, στην έκρηξη των παθών. Ακόμη, εξαρτάται από τη συστηματική μάχη ενάντια στον αυταρχισμό, στον φανατισμό, που υποδαυλίζεται από δυνάμεις με συγκεκριμένες οικονομικο-πολιτικές σκοπιμότητες, στην εξάπλωση των ιδεών (βλ. συμφερόντων) με τη βία.

Πόλεμοι εξουσίας και επικυριαρχίας με το προκάλυμμα της θρησκείας είναι οι περισσότεροι θρησκευτικοί πόλεμοι, όπως εκείνοι μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ουγενότων (προτεσταντών) στη Γαλλία, που άρχισαν με τη σφαγή του Βασί το 1562 και τελείωσαν με το Διάταγμα της Ναντ το 1598. Από τις πολυάριθμες σφαγές που προκάλεσε στην ουσία ο ανταγωνισμός μεταξύ των οικογενειών Γκιζ (καθολικών) και Βουρβόνων (προτεσταντών), πλέον αποτρόπαια η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου στο Παρίσι στις 24 Αυγούστου 1572. Κύριοι υπαίτιοι της αιματοχυσίας, ο βασιλιάς Κάρολος Θ΄ και η μητέρα του Αικατερίνη των Μεδίκων, λίγες μόλις ημέρες μετά τον γάμο της μικρότερης κόρης της, Μαργαρίτας, με τον Βουρβόνο προτεστάντη εξάδελφό της, βασιλιά Ερρίκο της Ναβάρας.

Ηταν ένα κυνικό πολιτικό συνοικέσιο, αποφασισμένο από την καθολική Αικατερίνη. Από την ίδια είχε παράλληλα σχεδιαστεί η δολοφονία του Γκασπάρ ντε Κολινί, ηγέτη των Ουγενότων, που ευθυνόταν για τη σταδιακή απώλεια της επιρροής της στον βασιλιά γιο της. Ο φόνος ήταν προγραμματισμένος για αμέσως μετά τον γάμο, αλλά το σχέδιο απέτυχε και προκειμένου να μην αποκαλυφθεί η Αικατερίνη και προκληθεί εξέγερση των προτεσταντών, μήτηρ και βασιλιάς έδωσαν εντολή για γενικευμένη σφαγή των Ουγενότων που γιόρταζαν στο Παρίσι την ένωση μιας καθολικής Γαλλίδας πριγκίπισσας με τον προτεστάντη βασιλιά της Ναβάρας. Σφαγιάστηκαν 3.000 άτομα και 70.000 σε όλη τη χώρα, με τη γενίκευση των εχθροπραξιών. Το 1685, το Διάταγμα της Ναντ αναιρέθηκε και η καταδίωξη των Ουγενότων συνεχίστηκε έως και τα μέσα του 18ου αι., όταν αυτοί μετανάστευσαν μαζικά στην Αγγλία και άλλες προτεσταντικές ευρωπαϊκές χώρες.

Ατέρμονος ο κύκλος του αίματος και της μάταιης καταδίκης της απληστίας και της βίας. Η θρησκευτική ανοχή πάντοτε θέμα ζέον. Στην «Επιστολή για την ανεξιθρησκία», που συνέγραψε ο Αγγλος στοχαστής Τζον Λοκ το 1685 στην Ολλανδία, όπου είχε αυτοεξορισθεί για να προστατευθεί από τη στυγερότητα των Στιούαρτ, και η οποία αποτέλεσε εκατό χρόνια αργότερα τη μαγιά για τη «Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη» της Γαλλικής Επανάστασης, μονότονη η επανάληψη της ιστορίας.

«Κανείς –ούτε άτομα, ούτε εκκλησίες, ούτε και πολιτείες– δεν έχει το δικαίωμα να παραβιάζει τα αστικά δικαιώματα και να σφετερίζεται τα εγκόσμια αγαθά του άλλου με την πρόφαση της θρησκείας». Κανείς πνευματικός ηγέτης δεν έχει το δικαίωμα «να στρέφει ενάντια στους ετερόδοξους τόσο τον αρχηγό, που η φιλοδοξία τον καθιστά ανίκανο να αντισταθεί, όσο και τον λαό, που πάντοτε είναι γεμάτος προκαταλήψεις και γι’ αυτό επιπόλαιος…».