ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Βασίλης των ορέων

Το καλοκαίρι, βλέποντάς το τυχαία στην προθήκη ενός επαρχιακού βιβλιοπωλείου, αγόρασα το βιβλίο του Βασίλη Παλαιοκώστα «Μια φυσιολογική ζωή: Δράσεις και αποδράσεις ενός επικηρυγμένου».

Το πήρα από περιέργεια, χωρίς να υποψιάζομαι ότι ο Παλαιοκώστας τα καταφέρνει εξίσου καλά με τη γραφή όσο με τις ληστείες, τις απαγωγές και τις δραπετεύσεις.

Μόλις είχα τελειώσει να διαβάζω την «Εκθεσιν περί Ληστείας» του Γεώργιου Λασσάνη προς το υπουργείο Εσωτερικών το 1856, που εκδόθηκε πέρυσι από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων («Κ», 18 Αυγούστου, 2019). Εκεί, ο τότε νομάρχης Αττικής και Βοιωτίας σημειώνει για τον πιο γνωστό λήσταρχο της εποχής: «Ο Δαβέλης… είναι βάναυσος αλλ’ ευφυής και φιλόδοξος, έχει ως πρότυπον τα παλαιά καπιτανάτα των κλεφτών και συχνά ερωτά αν τον έβγαλαν τραγούδι». Το τραγούδι του Χρήστου Νταβέλη ζει.

Η νέα έκδοση του βιβλίου που έγραψε εκείνη την εποχή ο Εντμοντ Αμπού, «Ο βασιλεύς των ορέων» (Μεταίχμιο), μας υπενθυμίζει την ενδημική φύση της ληστείας στην Ελλάδα.

Ο Παλαιοκώστας έγραψε το δικό του τραγούδι, σε 600 σελίδες (Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2019). Περιέργως δεν αναφέρεται (ή μήπως μου διέφυγε) στη φήμη του ως Ρομπέν των Δασών· παρατηρεί, όμως, ότι η λεία συνήθως καταλήγει πάλι στις τράπεζες.

Φέρεται να ζει στο εξωτερικό μετά τη δεύτερη απόδραση από τον Κορυδαλλό με ελικόπτερο το 2019. Βρίσκεται στη λίστα των «πιο καταζητούμενων Ευρωπαίων» της Europol, επικηρυγμένος με το ποσό του 1 εκατ. ευρώ.

Οπως ο Νταβέλης, ο Παλαιοκώστας βλέπει εαυτόν ως συνέχεια των κλεφτών της εποχής της Επανάστασης, ως μαχητή της ελευθερίας. Εντάσσει σε αυτόν τον φαντασιακό αέναο αγώνα τη σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ ποινικών και «αντιεξουσιαστών» κρατουμένων τα τελευταία χρόνια.

Κάποια στιγμή, καταδιωκόμενος με άλλους δύο, βρίσκεται στον Κόζιακα, βουνό του νομού Τρικάλων. Σκέφτεται τον λήσταρχο Μήτρο Τζατζά, που κυριαρχούσε στην περιοχή έως τον θάνατό του σε συμπλοκή με αποσπάσματα το 1930 (μεταξύ άλλων στην καριέρα του, είχε απαγάγει βουλευτές). «Καθισμένοι εκεί ψηλά, νιώθαμε ο συνδετικός κρίκος εκείνων των αγέρωχων κι ακάλυπτων ενόπλων με τους τωρινούς οργισμένους κουκουλοφόρους που αντιστέκονται στην ίδια ακριβώς εξουσία με το ίδιο διακύβευμα. Και το κάνουν με τους δικούς τους παραλλαγμένους τρόπους».

Σε άλλο σημείο, ενώ λοιδορεί τα μέλη της 17Ν για τη στάση τους μετά τη σύλληψη τους, εξαιρεί τον «άξιο» Κουφοντίνα.

Το βιβλίο δεν είναι μόνον τα απομνημονεύματα ενός επικηρυγμένου, είναι και κάλεσμα σε αγώνα. Δεν απαιτεί προσοχή μόνο για αυτό, όμως.

Παρά τις επιφυλάξεις που πρέπει να έχει κανείς, γνωρίζοντας ότι ο συγγραφέας θα έχει ιδιαίτερη αντίληψη των πραγμάτων και θα λέει μόνο όσα τον συμφέρουν, ότι μπορεί να μην είναι ο ίδιος που γράφει, ο Παλαιοκώστας προσφέρει μια πολύτιμη υπηρεσία.

Μπήκε στην κοιλιά του κτήνους και μας περιγράφει τον υπόκοσμο, το δικαστικό σύστημα, τις φυλακές – με αποκαλύψεις που οφείλουν να απασχολήσουν εισαγγελείς. Δείχνει τη συχνά εγκληματική διαχείριση που το ελληνικό κράτος επιφυλάσσει σε όσους μπλέκονται στα γρανάζια του. Ομως, πέρα από την ανοργανωσιά, τη βαναυσότητα και τη μιζέρια, σημειώνει και εκδηλώσεις ανθρωπιάς από κάποιον αστυνομικό ή από τις γυναίκες που πάνε φαγητό στη γειτονική φυλακή για ανθρώπους που δεν γνωρίζουν.

Το βιβλίο είναι και εξαιρετικό αφήγημα. Αποδεικτικό είναι το πιο απρόσμενο κομμάτι του. Κάποια στιγμή –τέλος του ’91, αρχές ’92– ο Παλαιοκώστας και ένας φίλος διασχίζουν την επαρχιακή Κίνα με ποδήλατα. Σε μια αγροτική περιοχή παρατηρεί την έλλειψη τρακτέρ: «Το μόνο που βλέπαμε ήταν να προεξέχουν απ’ τις κάθε λογής φυτείες άπειρα ψάθινα καπελάκια… Είχες την αίσθηση ότι οι Κινέζοι μίλαγαν με τα φυτά τους». Εκτός από ένα – δυο σημεία όπου μοιάζει σαν κάποιος άλλος να κόλλησε μανιφέστο στο αφήγημα του, η γραφή είναι λιτή και γλαφυρή.

Ο Παλαιοκώστας μιλάει για τα παιδικά του χρόνια στα βουνά πάνω από τα Τρίκαλα, για τις ληστείες, τις αποδράσεις, τις ανταλλαγές πυροβολισμών με την αστυνομία, τις σχέσεις μεταξύ ληστών, μεταξύ φυλάκων και φυλακισμένων, τις σχέσεις που ανέπτυξε με τους ομήρους του. (Σαν ανάποδο σύνδρομο της Στοκχόλμης, θέλει τα θύματά του να τον συμπαθούν.)

Το θεωρεί φυσιολογικό να απειλεί ανθρώπους με όπλα και αυτοί να γνωρίζουν τις καλές προθέσεις του. Αρνείται με πάθος ανάμειξη στη δολοφονία του Γιώργου Βασιλάκη, υπασπιστή του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μ. Χρυσοχοϊδη, με δέμα-βόμβα το 2010.

Δεν λέει πώς μυήθηκε στο έγκλημα ούτε εάν μετανιώνει για οτιδήποτε, ούτε για όσα έχασε από αυτό που οι υπόλοιποι λέμε «φυσιολογική ζωή».