ΑΠΟΨΕΙΣ

Συνάντηση Τραμπ – Μητσοτάκη

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις της Τουρκίας στη Συρία, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη παραβατικότητα της γείτονος τους τελευταίους μήνες στην κυπριακή αποκλειστική οικονομική ζώνη, και όχι μόνο, γεννούν εύλογες ανησυχίες στην Αθήνα.

Αναπόφευκτα τίθεται το ερώτημα ποιος είναι ο ορθότερος τρόπος διαχείρισης της κατάστασης και αποτροπής δυσάρεστων εξελίξεων.

Καθώς αναπτύσσεται ο σχετικός προβληματισμός, οι σχεδιασμοί σε σημαντικό βαθμό οικοδομούνται στον ρόλο και στην επιρροή του ισχυρότερου παίκτη στο γεωστρατηγικό παζλ της περιοχής, ο οποίος, μέχρι τώρα τουλάχιστον, παραμένει η Αμερική.

Είναι πλέον σαφές ότι για όσο καιρό βρίσκεται στην εξουσία ο Ντόναλντ Τραμπ, ο πιο αποτελεσματικός δίαυλος επικοινωνίας με την υπερδύναμη είναι η απευθείας επαφή με τον ίδιο.

Προφανώς, οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ ηγετών είχαν πάντα τη σημασία τους. Σε κάποιες περιπτώσεις έπαιζαν και καθοριστικό ρόλο στις διμερείς σχέσεις. Ωστόσο, δεν αντικαθιστούσαν, ούτε φυσικά αγνοούσαν ή εναντιώνονταν στη δράση των διπλωματών και γενικότερα άλλων υπουργών ή κρατικών παραγόντων. Συμπλήρωναν την ασκούμενη πολιτική.

Στην περίπτωση της σημερινής Αμερικής, αυτό πλέον δεν ισχύει. Δυστυχώς, κρίσιμα υπουργεία, όπως των Εξωτερικών, της Αμυνας και άλλα, τόσο σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας όσο και σε αυτό των αρμόδιων αξιωματούχων, έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα.

Το μεγαλύτερο «θύμα» της συμπεριφοράς του σημερινού ενοίκου του Λευκού Οίκου όσον αφορά τις σχέσεις των ΗΠΑ με τον υπόλοιπο κόσμο είναι προφανώς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και οι διπλωμάτες, ο παραδοσιακός δίαυλος επαφής με τις άλλες χώρες.

Ελλάδα και Αμερική έχουν δυνατούς πρέσβεις η μία στην πρωτεύουσα της άλλης, οι οποίοι –όπως και πολλοί άλλοι αρμόδιοι αξιωματούχοι και παράγοντες– αντιλαμβάνονται και προωθούν θεσμικά την εμβάθυνση των διμερών σχέσεων.

Η πρόσφατη επίσκεψη του Μάικ Πομπέο στην Αθήνα και η επιτυχής προώθηση του στρατηγικού διαλόγου ανάμεσα στις δύο χώρες επιβεβαιώνει ότι η ελληνοαμερικανική συνεργασία ενισχύεται και αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δυναμική, και αυτό συμβαίνει –και σωστά– ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά τρίτων χωρών.

Ωστόσο, είναι σαφές ότι ούτε ο κ. Πομπέο, ο οποίος πιθανώς να αποχωρήσει σύντομα από τη θέση του για να διεκδικήσει την εκλογή του στη Γερουσία, ούτε ο νέος σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας ή ο υπουργός Αμυνας –όλοι έχουν πλέον καταντήσει «αναλώσιμοι»– μπορούν να εγγυηθούν για τίποτα.

Ο Ντόναλντ Τραμπ αποφασίζει και διατάσσει. Συχνά ανατρέποντας πολιτικές δεκαετιών. Ενίοτε πλήττοντας την αξιοπιστία των ΗΠΑ, όπως στην περίπτωση της τουρκικής εισβολής στη Συρία και του απότομου τερματισμού της πολυετούς αμερικανικής στήριξης στους Κούρδους.

Παράλληλα, το Κογκρέσο ασκεί τη δική του επιρροή και συχνά προωθεί τις δικές του πρωτοβουλίες. Η Αθήνα, όπως και η Λευκωσία, έχουν οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια αποτελεσματικές επαφές με ισχυρούς γερουσιαστές και βουλευτές και έχουν επενδύσει στον ρόλο των δύο νομοθετικών σωμάτων. Η σχέση αυτή παραμένει χρήσιμη και προφανώς πρέπει να διατηρηθεί.

Ωστόσο, καλώς ή κακώς, τα πάντα ξεκινούν και τελειώνουν στο Οβάλ Γραφείο. Παρά τα πολλά κέντρα εξουσίας που λειτουργούν στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα και παρά τις πολλαπλές θεσμικές δικλίδες ασφαλείας, η ουσία είναι ότι ο Τραμπ αποφασίζει.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Αθήνα έχει κάθε λόγο να εστιάσει στην επαφή με τον ίδιο τον Αμερικανό πρόεδρο. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια να υπάρξει συνάντηση –ουσίας, στον Λευκό Οίκο– του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ντόναλντ Τραμπ, το συντομότερο δυνατό.

Εκεί, τόσο στην κατ’ ιδίαν επαφή όσο και στις διευρυμένες διαβουλεύσεις με τις αντιπροσωπείες, μπορούν να συζητηθούν οι ελληνικές ανησυχίες και να προβληθούν τα πολλά κοινά συμφέροντα.

Μια συνάντηση όπου, για ευνόητους πλέον λόγους, η εμπορική παράμετρος –οφέλη για τις ΗΠΑ από τη διείσδυση όχι μόνο στην ελληνική, αλλά μέσω αυτής σε ολόκληρη τη βαλκανική αγορά– πρέπει να βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας και να συμπληρώνει τη γεωστρατηγική προσέγγιση και την ανάδειξη του πρωταγωνιστικού ρόλου της Αθήνας στα Βαλκάνια, όπως και στην Ανατολική Μεσόγειο, μέσω και της τριμερούς συνεργασίας με Ισραήλ και Κύπρο.

Στη σημερινή συγκυρία, οι διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ οριοθετούνται μέσα από τη διαπροσωπική σχέση με τον ηγέτη τους.