ΑΠΟΨΕΙΣ

Το πληγωμένο θηρίο και οι εκλογές του 2020

capture--82

Είναι ο Ντόναλντ Τραμπ φαβορί στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ; Η ιδέα ότι μπορεί ο μεγιστάνας από τη Νέα Υόρκη να ανανεώσει τη θητεία του στις εκλογές του επόμενου Νοεμβρίου προκαλεί φρίκη στην πολιτική τάξη της χώρας, αλλά και σε όποιον ανησυχεί για τις φυλετικές σχέσεις, την προστασία του περιβάλλοντος, τα δικαιώματα των μεταναστών, την ελευθερία του Τύπου, την ίδια την ακεραιότητα του αμερικανικού Συντάγματος. Είναι, παρ’ όλα αυτά, ένα διόλου απίθανο σενάριο.

Για όσους το απεύχονται, υπάρχουν περιθώρια για αισιοδοξία. Προ ολίγων ημερών, άλλωστε, ο Τραμπ έγινε μόλις ο τρίτος πρόεδρος στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών που αντιμετωπίζει τη διαδικασία καθαίρεσης. Τα ποσοστά επιδοκιμασίας του (σύμφωνα με τον μ.ό. του ιστοτόπου RealClearPolitics) είναι 44,5%, έναντι 51,9% που τον αποδοκιμάζουν, ενώ σε εθνικής εμβέλειας δημοσκοπήσεις χάνει άνετα από όλους τους πιθανούς Δημοκρατικούς υποψηφίους. To ισοζύγιο δημοτικότητας του 45ου προέδρου των ΗΠΑ, μετά την πρώτη εβδομάδα της θητείας του (όπου ήταν οριακά θετικό), έχει παραμείνει σταθερά αρνητικό, παρά τις εξαιρετικές επιδόσεις της οικονομίας και τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα της ανεργίας.

Η άλλη θεωρία, σύμφωνα με τον Nate Cohn, τον ειδικό επί δημοσκοπήσεων των New York Times, εστιάζει στις ομοιότητες μεταξύ του Τραμπ και πολλών από τους προκατόχους του που κατάφεραν τελικά να επανεκλεγούν. Ο Μπαράκ Ομπάμα, για παράδειγμα, τον Οκτώβριο του 2011, σχεδόν τρία χρόνια μετά την πρώτη του νίκη, είχε ισοζύγιο δημοτικότητας 42,1-51,4% (μ.ό. RealClearPolitics), ενώ είχε υποστεί βαριές απώλειες στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου του 2010, χάνοντας τον έλεγχο της Βουλής (το ίδιο συνέβη στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018 και στον Τραμπ). Κι όμως, το Νοέμβριο του 2012 ο Ομπάμα επικράτησε του Μιτ Ρόμνεϊ και κέρδισε τη δεύτερη θητεία του. Αντίστοιχα, o Μπιλ Κλίντον πέρασε σχεδόν το σύνολο του δεύτερου εξαμήνου του 1994 με ποσοστά επιδοκιμασίας χαμηλότερα από τα σημερινά του Τραμπ (στοιχεία Gallup), τελειώνοντας τη χρονιά με ισοζύγιο 40-52% και χάνοντας (κι αυτός) πανηγυρικά τον έλεγχο της Βουλής. Δύο χρόνια αργότερα, θα επικρατούσε άνετα επί του Μπομπ Ντόουλ.

Οι θιασώτες αυτής της θεωρίας προσθέτουν ότι τα ποσοστά των ενοίκων του Λευκού Οίκου τείνουν να βελτιώνονται όταν οι επιδόσεις τους συγκρίνονται με έναν συγκεκριμένο αντίπαλο. Και με δεδομένη την ικανότητα του Τραμπ να εντοπίζει την αχίλλειο πτέρνα όποιου βρίσκει απέναντί του, οι Δημοκρατικοί έχουν αρχίσει να φοβούνται για τις προοπτικές καθενός εκ των τεσσάρων βασικών υποψηφίων τους για το προεδρικό χρίσμα. Λόγω μεγάλης ηλικίας (Μπάιντεν, Σάντερς, Ουόρεν) ή λόγω μικρής (ο δήμαρχος Πιτ Μπούτετζετζ), λόγω υπερβολικά αριστερών θέσεων ή ανεπαρκούς εμπειρίας ή εμπλοκής σε υποθέσεις με άρωμα διαφθοράς, θεωρούνται όλοι ευάλωτοι απέναντι στις άγριες προεκλογικές διαθέσεις του προέδρου.

Σε αυτές τις ανησυχίες ήρθε να προστεθεί μία σειρά δημοσκοπήσεων σε έξι κρίσιμες αμφίρροπες πολιτείες, που διεξήγαγε στις αρχές Νοεμβρίου η στήλη Upshot του N. Cohn μαζί με το Sienna College, που έδειξαν ότι ο Μπάιντεν έχει ένα οριακό προβάδισμα στις τέσσερις έναντι του Τραμπ, ο Σάντερς προηγείται σε τρεις και η Ουόρεν μόνο σε μία (μεταξύ εγγεγραμμένων ψηφοφόρων). Τα ευρήματα της αναλυτικής αυτής σφυγμομέτρησης επανέφεραν στο μυαλό των Δημοκρατικών τον εφιάλτη του 2016, όταν τα προγνωστικά που ήθελαν τη Χίλαρι Κλίντον να προηγείται στην εθνική λαϊκή ψήφο επιβεβαιώθηκαν, αλλά οι ήττες της στο Ουισκόνσιν, στην Πενσιλβάνια και στο Μίσιγκαν της κόστισαν τις εκλογές.

Σύμφωνα με ορισμένες αναλύσεις, ο Τραμπ θα μπορούσε να λάβει 5 εκατομμύρια λιγότερες ψήφους σε εθνικό επίπεδο και παρ’ όλα αυτά να επανεκλεγεί.

Τα δεδομένα παραμένουν δυσοίωνα για τον Αμερικανό πρόεδρο. Είναι ασυνήθιστα διχαστικός, γεγονός που εξηγεί την αδυναμία του να υπερβεί το δημοσκοπικό ταβάνι του 45%, παρά την ισχυρή οικονομία. Οπως φάνηκε από τον ρόλο του στις πρόσφατες ήττες των Ρεπουμπλικανών στη Λουιζιάνα και στο Κεντάκι, δύο συντηρητικά προπύργια, η παρουσία κινητοποιεί μεν τη βάση του κόμματος, αλλά ακόμα περισσότερο ωθεί στις κάλπες τους ψηφοφόρους του αντιπάλου. Αν η αναμέτρηση του επόμενου Νοεμβρίου είναι ένα δημοψήφισμα για τη θητεία του Τραμπ, το πιο πιθανό είναι να ηττηθεί. Αν όμως ο/η υποψήφιος των Δημοκρατικών δεν παρεκκλίνει από την αριστερή στροφή που έχει κάνει το κόμμα την τελευταία τετραετία, με θέσεις που ξενίζουν πολλούς στις κρίσιμες διαφιλονικούμενες πολιτείες, ο Τραμπ θα αντιστρέψει τους όρους της μάχης – και έχει κάθε δυνατότητα να την κερδίσει.