ΑΠΟΨΕΙΣ

Στη σκιά του Μάρτιν Σκορσέζε

Ο Μάρτιν Σκορσέζε στα 77 του γύρισε μια ταινία 3,5 ωρών, ένα σχόλιο απολογιστικό και, με τον τρόπο του, προσωπικό, στοχαστικό, για την τελευταία χρυσή εποχή της μαφίας στη μεταπολεμική Αμερική, όπου το πολιτικό κατεστημένο και το οργανωμένο έγκλημα βάδιζαν χέρι χέρι. Ο κεντρικός ήρωας, και αφηγητής της ιστορίας μέσα από φλας μπακ, είναι ο Φρανκ Σίραν «ο Ιρλανδός», που υπηρέτησε πιστά για δεκαετίες τον μεγαλονονό Ράσελ Μπαφαλίνο («βάφοντας σπίτια», δηλαδή σκοτώνοντας ανθρώπους για λογαριασμό του), ενώ παράλληλα συνδέθηκε φιλικά με τον Τζίμι Χόφα, πανίσχυρο συνδικαλιστή και ένα από τα διασημότερα πρόσωπα στην Αμερική τη δεκαετία του ’60, απόλυτο αφεντικό σε σωματείο φορτηγατζήδων, το οποίο έκανε δουλειές με τη μαφία του Μπαφαλίνο. Το βιβλίο του Τσαρλς Μπραντ «I heard you paint houses», στο οποίο βασίστηκε το σενάριο, λες και γράφτηκε για να γίνει ταινία από τον Σκορσέζε. Χαρακτήρες και γεγονότα του «Ιρλανδού» αποτελούν «σώμα» και «περιουσία» της φιλμογραφίας του Αμερικανού δημιουργού.

Ο Σκορσέζε έφυγε με άδεια χέρια από την πρόσφατη απονομή των Χρυσών Σφαιρών, παρά το γεγονός ότι ο «Ιρλανδός» (παραγωγή του Netflix, με την οποία έχουν ήδη συνδεθεί 26,4 εκατομμύρια λογαριασμοί) ήταν φαβορί, υμνήθηκε ως «αριστούργημα» από τη διεθνή κριτική. Ο 54χρονος Βρετανός Σαμ Μέντες παραλαμβάνοντας, στην ίδια τελετή, τις Χρυσές Σφαίρες σκηνοθεσίας και καλύτερης δραματικής ταινίας για το «1917», δήλωσε: «Θέλω απλώς να πω ότι δεν υπάρχει κανένας σκηνοθέτης σε αυτή την αίθουσα, ούτε στον κόσμο που δεν βρίσκεται στη σκιά του Μάρτιν Σκορσέζε». Γενναιόδωρο, και, σε ένα βαθμό, ακριβές στην υπερβολή του. Λίγοι δημιουργοί έχουν το μέγεθος, τη συνέπεια, τη συστηματική γνώση, το ένστικτο, την επιρροή, τη δέσμευση στην τέχνη του κινηματογράφου, του Μάρτιν Σκορσέζε.

Η τελευταία, περίπου, μία ώρα του «Ιρλανδού» ανθολογείται. Ο σκηνοθέτης «χρησιμοποιεί» τον Φρανκ Σίραν (Ρόμπερτ Ντε Νίρο), στη δύση του βίου του, με προβλήματα υγείας, μέσα σε ένα γηροκομείο, για να μιλήσει για το «τελεσίδικο» του θανάτου και τη συγχώρεση. Ο απολογισμός ζωής ενός γκάνγκστερ τι κοινό μπορεί να έχει με εκείνον ενός δημιουργού; Απολύτως κανένα, εκτός, ίσως, από το γεγονός ότι στην τελική ευθεία, προς την έξοδο, συνωθούνται όλα τα είδη και οι ποικιλίες. Καλοί και κακοί, απεχθείς και αξιολάτρευτοι, αυτοί για τους οποίους θα θρηνήσουν εκατοντάδες και οι άλλοι που, απλώς, θα «αδειάσουν τη γωνιά», μόνοι και εγκαταλελειμμένοι ακόμη και από τους οικείους τους (η μία από τις κόρες του Σίραν τιμωρεί τον πατέρα της χωρίς να του μιλάει για χρόνια). Κι εδώ, η μαεστρία και η ενσυναίσθηση του μεγάλου καλλιτέχνη «βαδίζουν» στην πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή, που, τις περισσότερες φορές, δεν είναι καν ορατή. Στα τελευταία λεπτά της ταινίας υπάρχει ο διάλογος με τον ιερέα που τον επισκέπτεται στο γηροκομείο: «Νιώθεις κάτι για ό,τι έχεις κάνει;», τον ρωτάει. «Οχι. Δηλαδή, ίσως, το ότι είμαι εδώ και σου μιλάω είναι από μόνο του μια προσπάθεια να…», απαντάει, χωρίς να ολοκληρώσει, ο Σίραν. Ο ιερέας επιμένει: «Αλλά δεν νιώθεις απολύτως τίποτα;». «Οχι» και πάλι από τον Σίραν.

«Περασμένα ξεχασμένα». Ο ιερέας: «Κάποια τύψη για τις οικογένειες;». «Δεν τις ήξερα, εκτός από μία…», λέει ο Σίραν, εννοώντας εκείνην του Τζίμι Χόφα. «Πιστεύω ότι μπορούμε να ζητάμε συγγνώμη ακόμα κι όταν δεν νιώθουμε λύπη, ώστε να πάρουμε μια συνειδητή απόφαση να πούμε “συγγνώμη Θεέ μου”. Αυτό είναι μια συνειδητή απόφαση», σχολιάζει ο ιερέας. Κι αντί άλλης απαντήσεως, ο Σίραν αναρωτιέται: «Τι είδους άνθρωπος κάνει ένα τέτοιο τηλεφώνημα;». Δεν θα εξηγήσει ποτέ τι εννοεί, αλλά είναι το τηλεφώνημα που κάνει στη γυναίκα του Χόφα (συγκλονιστική σκηνή), υποκρινόμενος ότι δεν γνωρίζει για τον θάνατό του, ότι μπορεί και να είναι ζωντανός, προσπαθώντας –και– να την εμψυχώσει.

Ο ιερέας φεύγει άπρακτος(;), αφήνοντας την πόρτα λίγο ανοιχτή. «Δεν μου αρέσει να κλείνει τελείως», λέει ο Σίραν. Είναι το πέρασμα ανάμεσα στο πριν και στο μετά, στη ζωή που έζησε και σε εκείνην που δεν έζησε, από σύμπτωση, επιλογή, αδυναμία ή απληστία. «Το τηλεφώνημα» θα τον στοιχειώνει ώς το τέλος. Γιατί του ήταν ξένο, ακατάτακτο. Μοναδική στιγμή τύψης και συντριβής. Ο,τι πρόλαβε να περάσει από μια μισάνοιχτη πόρτα, πριν κλείσει, οριστικά και αμετάκλητα.