ΑΠΟΨΕΙΣ

Το οικονομικό αδιέξοδο του ισλαμικού λαϊκισμού

Σε φάση ανησυχίας βρίσκεται η τουρκική οικονομία, καθώς ξαφνικά οι επενδυτές επιλέγουν την έξοδο. Οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Ερντογάν θεωρούν αδικαιολόγητη την ένταση και επιμένουν πόσο ακμαία είναι η οικονομία. Οι λιανικές πωλήσεις στο τέλος του 2019 σημείωναν αύξηση 11% σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο. Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 9,8% τον Δεκέμβριο σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ θετικά φαίνονται και τα στοιχεία για το εξωτερικό εμπόριο. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 2,1% σε 171,5 δισ. δολ. και οι εισαγωγές μειώθηκαν 9,1% και είναι 202,7 δισ. δολ. Συνεπώς το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου μειώθηκε 43,5% σε 31,1 δισ. δολ. Το ισοζύγιο πληρωμών έχει ακόμα πλεόνασμα, έστω κι αν περιορίστηκε σε 1,67 δισ. δολ. Γιατί ανησυχούν οι αγορές; Επειδή υποψιάζονται ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται.

Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι η αντίληψη που επικρατεί, ο ισλαμικός λαϊκισμός. Η κυβερνητική φιλοσοφία από θρησκευτικό φανατισμό, ή κοσμικό λαϊκισμό, θεωρεί πρόβλημα τα επιτόκια. Είτε θεωρούν τον τόκο αμαρτία είτε βλαβερό για τις ασταθείς εγχώριες εταιρείες, επιθυμούν μονοψήφιο επιτόκιο, ενώ ο πληθωρισμός είναι στην περιοχή 12%-13%. Τα αρνητικά επιτόκια καθιστούν αδύνατη την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων. Πρόβλημα, αλλά δεν είναι το μοναδικό.

Η ανάκαμψη της οικονομίας πρόσθεσε ανυπολόγιστο αφανές κόστος στο κράτος. Χρηματοδοτήθηκε με κρατικές δαπάνες αλλά και με την αλλαγή των κανόνων εποπτείας των τραπεζών.

Θεωρητικά, ο κρατικός προϋπολογισμός έχει πλεόνασμα. Οταν βέβαια οι υπολογισμοί γίνονται με την «επίσημη» μέθοδο που αφορά το πλεόνασμα χωρίς κάποιες δαπάνες για εξυπηρέτηση χρέους κ.ά. Αντίθετα το ΔΝΤ αποφεύγει την ωραιοποίηση και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει έλλειμμα του προϋπολογισμού 3,2% του ΑΕΠ διπλάσιο από τον μέσο όρο των πέντε τελευταίων ετών. Οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ εκτιμούν ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού έχει αυξηθεί τουλάχιστον σε 4% του ΑΕΠ τους πρώτες μήνες του 2020.

Η κατάσταση δεν είναι δυσχερής, είναι λίγο χειρότερη. Με κυβερνητική απόφαση η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας «απαλλάχθηκε» από τον ανυπάκουο διοικητή της και μετέφερε συναλλαγματικά διαθέσιμα στον κρατικό προϋπολογισμό. Αν αφαιρεθούν αυτά τα εφάπαξ «έσοδα», το πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού ύψους 3,4 δισ. δολ. γίνεται έλλειμμα σχεδόν 2,5 δισ. δολ. Οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ αναφέρουν ότι υπήρχε κρυφό έλλειμμα και τα προηγούμενα χρόνια.

Κάπως έτσι, είτε αλλοιώνοντας το δημοσιονομικό έλλειμμα είτε οικειοποιούμενοι τα κεφάλαια της κεντρικής τράπεζας, η τουρκική κυβέρνηση περιμένει ότι θα πετύχει ανάπτυξη 5%. Οι αγορές δεν συμφωνούν με την εκτίμηση. Παρότι οι κρατικές τράπεζες κάνουν αγώνα δρόμου χορηγώντας χαμηλότοκα δάνεια, η ανεργία παραμένει περίπου 15% με αυξητικές τάσεις. Η κεντρική τράπεζα αγοράζει κρατικά ομόλογα, οι κρατικές τράπεζες πωλούν δολάρια αγοράζοντας λίρες. Και επειδή οι ξένοι επενδυτές εμφανίζουν ισχυρή τάση αποχώρησης, η κυβέρνηση «καίει» συνάλλαγμα για να μην καταρρεύσει η ισοτιμία του νομίσματος. Τα συναλλαγματικά αποθέματα μειώνονται θεαματικά και είναι πιθανό να πωλήσουν μέρος από το υψηλό απόθεμα χρυσού της κεντρικής τράπεζας.

Η επόμενη φάση είναι δύσκολη και οδηγεί σε αδιέξοδο. Οι ανορθόδοξες ιδέες δεν δουλεύουν. Παρά τα χαμηλά επιτόκια, οι επενδύσεις δεν αυξάνονται. Σπατάλησαν την ευκαιρία της δεκαετίας του 2010, να δημιουργήσουν οικονομία παραγωγικότητας με εξωστρέφεια και διαφάνεια. Η εμπιστοσύνη στον δυναμισμό της χώρας έφερε ξένα κεφάλαια που χρηματοδότησαν εισαγωγές, projects πολυτελών κατοικιών, φαραωνικά σχέδια για γέφυρες, οδικά έργα, εξοπλιστικά προγράμματα, γιγάντια νοσοκομεία. Εγιναν πολιτικό χρήμα.