ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπιλ Γουίδερς: «Ε, δεν νομίζω ότι τα πήγα κι άσχημα»

gkat_12_1104_page_1_image_0002

Το «Ain’t no sunshine» είναι ένα τραγούδι που θα μπορούσε κάποιος ακόμα και να το έχει βαρεθεί. Είναι πολύ όμορφο, δεν το συζητάμε· ειδικά στην πρώτη του εκτέλεση, αποκαλύπτει όλη του τη μελαγχολική απλότητα. Τόσες όμως διασκευές έχει υποστεί, τόσες ραδιοφωνικές λίστες το έχουν συμπεριλάβει και σε τόσα τάλεντ σόου έχει προβαριστεί, που δεν αποκλείεται να ακούγεται πλέον αποδυναμωμένο, αχρείαστο. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο συνθέτης και ερμηνευτής του, ο Μπιλ Γουίδερς, που το περασμένο Σάββατο έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών (από καρδιά, όχι από κορωνοϊό, όπως θα χρειάζεται να επισημαίνουμε ποιος ξέρει για πόσο ακόμα), το έγραψε σχεδόν τυχαία: η έμπνευση τον βρήκε να παρακολουθεί το «Days of wine and roses» του Μπλέικ Εντουαρντς. «Οι πρωταγωνιστές ήταν δύο αλκοολικοί που ταλαντεύονταν μεταξύ ανθεκτικότητας και αδυναμίας», έλεγε για τη Λι Ρέμικ και τον Τζακ Λέμον. «Καμιά φορά, σου λείπουν πράγματα που δεν σου έκαναν καλό. Είναι κάτι που σκέφτηκα βλέποντας την ταινία αλλά είναι και κάτι ακόμα, που πιθανότατα συνέβη στη ζωή μου και πλέον δεν έχω την επίγνωσή του».

Αν δεν το ήξερε εκείνος, δεν θα το μάθουμε κι εμείς ποτέ. Μπορούμε όμως να πούμε με ασφάλεια ότι ο Γουίδερς γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σλαμπ Φορκ της Δυτικής Βιρτζίνια, μια πόλη ανθρακωρύχων. Ανθρακωρύχος ήταν και ο πατέρας του, υπηρέτρια η μητέρα του, αν και ο πρώτος θα πέθαινε όταν ο Γουίδερς, ο μικρότερος από έξι αδέρφια, ήταν δεκατριών. Λες κι η οικογενειακή φτώχεια δεν έκανε τα πράγματα αρκετά μελοδραματικά, ο μικρός είχε να αντιμετωπίσει τα πειράγματα των συνομηλίκων του για το τραύλισμά του, αλλά και τον ρατσισμό που δεν αποθαρρυνόταν από ηλικίες και φύλα: «Ενα από τα πρώτα πράγματα που έμαθα όταν ήμουν τεσσάρων, ήταν ότι έτσι και κάνεις το λάθος και μπεις στις τουαλέτες των λευκών γυναικών, μπορεί και να σκοτώσουν τον πατέρα σου», διηγιόταν κάποτε. Από μια άποψη, ευτυχώς που υπήρχε η μουσική: κάντρι, Σινάτρα και Κόουλ, ό,τι διδασκόταν στο σχολείο και γκόσπελ. Την τελευταία ειδικά, ο Γουίδερς την προτιμούσε γιατί δεν χρειαζόταν άλλο όργανο πέραν της φωνής του. Το παράξενο, έπειτα από όλα αυτά, είναι ότι σε ηλικία 17 ετών αποφάσισε να καταταγεί στο πολεμικό ναυτικό. Κι όμως, πέρασε εκεί σχεδόν δέκα χρόνια.

Αφυπηρέτησε, αναζήτησε την τύχη του στην Καλιφόρνια κι έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο αεροπορικών εξαρτημάτων, όπου κατασκεύαζε τουαλέτες επιβατικών αεροσκαφών. Αρχισε να σκέφτεται τη μουσική ως επάγγελμα ένα βράδυ που άκουσε ζωντανά τον Λου Ρολς να τραγουδάει και τον μάνατζέρ του να λέει «πληρώνω αυτόν τον τύπο 2.000 δολάρια τη βδομάδα και δεν μπορεί να ξεκινήσει μια συναυλία στην ώρα του». Ξεκίνησε να γράφει τραγούδια στα διαλείμματα από τη δουλειά κι όταν παρέδωσε ένα demo στη δισκογραφική Sussex, ο πρόεδρός της, Κλάρενς Αβαντ, τον κάλεσε να ηχογραφήσει ένα άλμπουμ με παραγωγό τον Booker T Jones.

Το ντεμπούτο του, το «Just as I am» του 1971, απεικόνιζε στο εξώφυλλο τον Γουίδερς να στέκεται έξω από την Weber Aircraft και να κρατάει γελαστός το κουτί με το κολατσιό του. Να λοιπόν και κάτι άλλο που μπορούμε να πούμε με ασφάλεια: οι συνθήκες διαβίωσης, τα κατορθώματα και οι τραγωδίες που θα περιέγραφε, σε τραγούδια όπως «Grandma’s hands», «Harlem» και «Better off dead», του ήταν παραπάνω από οικεία. Το «Lean on me» προέκυψε από την ανατροφή σε μια πόλη όπου όταν κάποιος αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα πέραν των δυνατοτήτων του, η κοινότητα έσπευδε να τον βοηθήσει.

Το σάουντρακ εκείνης της εποχής είχε μεταξύ άλλων και τα τραγούδια των Στίβι Γουόντερ, Μάρβιν Γκέι, Κέρτις Μέιφιλντ: μια ιδανική εποχή για τη σόουλ. Ο Γουίδερς δεν υστερούσε σε τίποτα, κι αυτό δεν αποδεικνυόταν μόνο από τα τρία Γκράμι που θα κέρδιζε, από τα εκατομμύρια των πωλήσεων ή από τη συμμετοχή του στη δημοφιλή συναυλία-προεόρτιο εκείνου του αγώνα πυγμαχίας μεταξύ Τζορτζ Φόρμαν και Μοχάμεντ Αλί στο Ζαΐρ.

Εκτός από επιτυχίες όπως τα «Lovely day» ή «Use me», η ικανότητά του να συνδέει τις κοινότητες των οικείων του με τη λεπτή αλλά σταθερή φωνή του μπορεί και να αποδεικνύεται καλύτερα μέσα από μια ηχογραφημένη συναυλία του στο Carnegie Hall, όπου ακροατές και μουσικοί ακούγονται λες και βρίσκονται σε κοινή έκσταση. Το πρόβλημα ήταν ότι οι δισκογραφικές εταιρείες έβλεπαν αλλιώς τα πράγματα. Η Columbia, όπου υπέγραψε μετά την πτώχευση της Sussex, τον καλωσόρισε με στελέχη που, στην πρώτη συνάντηση, του έλεγαν «κοίτα, δεν μου αρέσει η μουσική σου, ούτε και καμία μαύρη μουσική· τελεία». Οταν κάποτε ο Γουίδερς αρνήθηκε να ηχογραφήσει μια νέα εκδοχή του «In the Ghetto» του Ελβις Πρίσλεϊ, του απαγορεύτηκε η είσοδος στο στούντιο. Το τελευταίο του άλμπουμ, το «Watching you watching me» του 1985, ηχογραφήθηκε στο οικιακό στούντιο ενός συνεργάτη.

Δεν έχει νόημα να πούμε ότι όλα αυτά τα αντιμετώπιζε με την ανιδιοτέλεια που καμιά φορά μοιάζει να κρύβεται πίσω από τις ερμηνείες του. Δεν τον χαρακτήριζε μόνο αυτό. Σχολιάζοντας την απόφασή του να τραγουδήσει σε ένα πολυτελές πάρτι για τα σαραντάχρονα της ομάδας των Detroit Pistons, έλεγε πως «η γυναίκα του προέδρου μού τηλεφωνούσε συνέχεια, εγώ αρνιόμουν, μέχρι που τα λεφτά έγιναν τόσα πολλά, ώστε η μύτη μου άρχισε να τρέχει αίμα». Λέγεται επίσης ότι όταν κέρδισε το Γκράμι για το «Ain’t no sunshine», η δισκογραφική τού έκανε δώρο μια χρυσή τουαλέτα, παρόμοια με εκείνες που κατασκεύαζε στο εργοστάσιο.

Το 2003, απέχοντας αρκετά χρόνια από το μεσουράνημά του, δήλωνε ότι, πλέον, όταν κάποιος τον ρωτούσε «τι κάνεις;», απαντούσε με ένα σκέτο «ζω». Δεν του είχε μείνει κάποια πικρία για τη μουσική βιομηχανία και η φιλοσοφία του συνοψιζόταν σε κάτι του στυλ «ό,τι γίνει έγινε».

Το 2015, όταν επιτέλους γινόταν δεκτός στο Rock and Roll Hall of Fame, έμοιαζε να έχει αποκτήσει εκείνη την επίγνωση μεταξύ ανθεκτικότητας και αδυναμίας για την οποία μιλούσε κάποτε. «Δεν υπάρχει μουσικό είδος στο οποίο να μην έχουν διασκευαστεί τα λίγα τραγούδια που έγραψα στη σύντομη καριέρα μου», έλεγε. «Δεν είμαι βιρτουόζος, κατάφερα όμως να γράψω κομμάτια με τα οποία ο κόσμος μπορούσε να ταυτιστεί. Για κάποιον που κατάγεται από το Σλαμπ Φορκ της Δυτικής Βιρτζίνια, δεν νομίζω ότι τα πήγα κι άσχημα».