ΑΠΟΨΕΙΣ

Στα πρώτα χρόνια μετά την Επανάσταση

4-charly-nijenson

Το σχήμα «τέσσερις αιώνες σκλαβιάς στους Τούρκους» ή «τετρακόσια χρόνια Τουρκοκρατίας» κυριαρχεί σαν αυτονόητο στον επίσημο και τον καθημερινό λόγο, δεν λέει όμως όλη την αλήθεια. Ετσι στρογγυλεμένο όπως είναι, αφήνει έξω αρκετές κρίσιμες πτυχές της Ιστορίας. Κατ’ αρχάς υπονοεί πως όλος ο ελληνισμός έπεσε την ίδια χρονιά στον δεινό ζυγό και ελευθερώθηκε επίσης την ίδια χρονιά (ή δεκαετία). Επεσε το 1453, με την άλωση της Πόλης, και λυτρώθηκε το 1821, με την Επανάσταση.

Δεν είναι έτσι. Το μαθαίνουμε βέβαια στο σχολείο πως δεν είναι έτσι, αλλά χρόνο τον χρόνο οι λεπτομέρειες (που κάθε άλλο παρά λεπτομέρειες είναι) υποχωρούν μπροστά στο διευκολυντικό μοτίβο των τεσσάρων αιώνων. Κι έτσι όπως οι νότιοι Ελληνες ξέρουν λίγα για τους βόρειους, οι δε νησιώτες του Αιγαίου για τους νησιώτες του Ιονίου (και αντιστρόφως, εννοείται), διολισθαίνουμε σε έναν αθηναϊκό μέσον όρο γνώσεων και αφήνουμε τα υπόλοιπα στους ποικίλους «τοπικισμούς»· στις τοπικές γιορτές, που ανανεώνουν τη μνήμη, αλλά στον περιορισμένο ορίζοντά τους.

Δεν είναι λοιπόν λεπτομέρεια ότι πολλά τμήματα της σημερινής έκτασης της Ελλάδας υποδουλώθηκαν στους Τούρκους αρκετά προ του 1453, και απελευθερώθηκαν αρκετά μετά το 1821. Παράδειγμα η Καστοριά: κατακτήθηκε από τους Τούρκους το 1383 και απελευθερώθηκε το 1912. Εδώ δηλαδή τα «τετρακόσια χρόνια» της συνήθους ρητορικής είναι 529. Δεν είναι επίσης λεπτομέρεια ότι άλλα τμήματα της ελλαδικής επικράτειας, οπωσδήποτε μικρότερα, δεν τουρκοπατήθηκαν ούτε για έναν χρόνο, γνώρισαν όμως μιαν άλλη κατάκτηση και κατοχή, τη Λατινοκρατία ή Φραγκοκρατία. Σήμερα ως Φράγκος εννοείται ο Γάλλος ή ο γαλλόφωνος. Σε άλλους αιώνες ήταν ο Δυτικοευρωπαίος, ο δε γενικού περιεχομένου όρος «Φραγκοκρατία» καλύπτει τις ποικίλες μορφές που προσέλαβε στον τόπο μας, κατά περιοχή και εποχή, η υποδούλωση σε λαούς ομόθρησκους, με έναρξή της το 1204, όταν οι Δυτικοί σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Καλύπτει δηλαδή την Ενετοκρατία, τη Γενουατοκρατία, τη Λομβαρδοκρατία, την Καταλανοκρατία, την Ιπποτοκρατία, που τα σημάδια τους φαίνονται αβαθή αλλά μόνο και μόνο επειδή τα νίκησε ο χρόνος.

Δεν είναι κανόνας γενικής ισχύος ότι οι διαφορές δόγματος προκαλούν οξύτερο μίσος από τις διαφορές θρησκείας – ή ότι οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι βιαιότεροι από τους εθνικούς. Από τον λαϊκό λόγο πάντως, όπως αποκρυσταλλώθηκε σε παροιμίες και τραγούδια, αλλά και από την επώνυμη ποίηση, γνωρίζουμε ότι για τον υπόδουλο Ελληνα δεν ετέθη ποτέ ζήτημα βαθμολόγησης των δεσποτών του. Το κρητικό «Τραγούδι του Αληδάκη», που δημιουργήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, είναι σαφέστατο, όταν μιλάει για τους νησιώτες, που «δεν κατέχουσι να πουν Τούρκ’ είν’ καλλιά γη Φράγκοι». Γιατί; Επειδή «και Φράγκους και Σαρακηνούς, κουρσάρους κι Αλαμάνους, / ούλους τσι δοκιμάσασι, και Τούρκους κι Ατζιγκάνους. Ούλους τσι δοκιμάσασι κι όντε τσι θυμηθούσι, / ποιος ήταν ο καλύτερος δεν έχουσι να πούσι».

Και ενός φιλέλληνα η φωνή, υψηλή αυτή, προς τον ίδιο τόπο συναισθημάτων και αντιλήψεων συγκλίνει. Ιδού ο λόρδος Μπάιρον στον «Δον Ζουάν» (σε μετάφραση του Μακεδόνα πολιτικού και νομικού Κωνσταντίνου Δόσιου, 1810-1871, ο γιος του οποίου, ο Αριστείδης, είχε αποπειραθεί στα δεκαεφτά του, το 1861, να δολοφονήσει τη βασίλισσα Αμαλία): «Εις των Φράγκων υποσχέσεις μη στηρίζετε ελπίδας· / έμπορος ο βασιλεύς των αγοράζει και πωλεί· / εις των τέκνων σας τας λόγχας και ασπίδας και κοπίδας, / εις αυτά, αυτά και μόνον η ελπίς ας στηριχθεί. / Από τους αγρίους Τούρκους και τους πονηρούς Λατίνους, / όσον δυνατοί κι αν είσθε, δεινούς τρέχετε κινδύνους».

Μακάρι ο εορτασμός των δύο αιώνων από την Επανάσταση, με τις επιμέρους πραγματώσεις του στον χώρο του Πανεπιστημίου και της Ακαδημίας, των ιδρυμάτων, των συνεδρίων, των εκδόσεων και της δημοσιογραφίας, να πλουτίσει τις γνώσεις μας και να βαθύνει τα αισθήματά μας. Και να συμβάλει στην εγκαθίδρυση μιας μορφής δημόσιου διαλόγου που δεν τη συναντάμε συχνά. Με επιχειρήματα, όχι με αναθέματα. Με τους όρους της αφυπνιστικής επιστήμης, όχι της βαυκαλιστικής μυθευματολογίας.

Τα μέχρι στιγμής μηνύματα είναι μεικτά. Στα θετικά, τα συνέδρια που έγιναν ήδη ή εξαγγέλθηκαν, και τα βιβλία που τυπώθηκαν από ιδρύματα, ιδιωτικούς εκδοτικούς οίκους και εφημερίδες, είτε για νέες μελέτες πρόκειται είτε για απομνημονεύματα αγωνιστών σε καινούργια, επιμελημένη έκδοση. Στα αρνητικά, ικανά να δηλητηριάσουν το όλο κλίμα και να απογοητεύσουν, ο κιτρινισμός και ο φανατισμός με τον οποίο εκστρατεύουν κάποια ΜΜΕ, κυρίως έντυπα, και πολλοί οπλαρχηγοί του Ιντερνετ, συνήθως ψευδώνυμοι ή ανώνυμοι, εναντίον του ενδεχομένου να μην επαναληφθούν για πολλοστή φορά τα τροπάρια της αυτοεξιδανίκευσης και οι γνωστοί εθνικοί μας μύθοι. Εν πάση περιπτώσει, ας ελπίσουμε ότι το κατανόησαν ήδη όλοι ότι, για τέτοια θέματα, διάλογος στο τουίτερ και υπό τους όρους του τουίτερ δεν γίνεται.

Πιάνοντας το νήμα της Επανάστασης από το τέλος του, μνημονεύω εδώ έναν από τους τίτλους που προστέθηκαν πρόσφατα στη μελέτη του κολοσσιαίου γεγονότος: «Αγωνιστές του 1821 μετά την Επανάσταση» (κυκλοφόρησε στις Εκδόσεις Ασίνη, ειδικευμένες στον τομέα της ιστοριογραφίας του ’21). Συγγραφέας του η Ελισσάβετ Τσακανίκα, μελετήτρια της οθωνικής περιόδου. Δεν πρόκειται για πανόραμα της μεταπελευθερωτικής περιόδου, εξ ου και η απουσία του άρθρου «οι» πριν από τους «αγωνιστές», ούτε για εξαντλητική παράθεση βιογραφικών πληροφοριών ή για άθροισμα ψυχογραφημάτων.

Η Τσακανίκα βιογραφεί αντιλήψεις μάλλον και ιδέες παρά πρόσωπα. Δεν στέκεται στις μικρές ή μεγάλες προσωπικές και οικογενειακές ταλαιπωρίες που έζησαν κάποιοι αγωνιστές στα δύσκολα πρώτα χρόνια της ελευθερίας, ή στις μικρές ή μεγάλες δόξες που απόλαυσαν. Δεν την ενδιαφέρει τόσο το αν ανταμείφθηκαν από την ελληνική πολιτεία για το αγωνιστικό τους παρελθόν (είναι γνωστά άλλωστε από την ιστοριογραφία, τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία τα πολλά παράπονα μαχητών του ’21 και κληρονόμων τους) όσο η ακολουθία σκέψεων και αισθημάτων που τους οδήγησε να μετατρέψουν τον τίτλο του αγωνιστή, του ανιδιοτελούς αγωνιστή, σε κεφάλαιο πολιτικό παρά οικονομικό.

Οσο ζουν ακόμα και πολιτεύονται οι αγωνιστές, δεν είναι εφικτή η «μνημειοποίηση της Επανάστασης», η κατασκευή δηλαδή μιας γενικής συναίνεσης που δεν μπορεί παρά να θεμελιώνεται στην απογύμνωση του Εικοσιένα «από όλες τις κοινωνικοϊδεολογικές του συνδηλώσεις». Η Τσακανίκα παρακολουθεί τη σταδιακή «μνημειοποίηση», αλλά και την κατασκευή και τη χρήση του ιδεότυπου του «Αγωνιστή», μέσα από τα γραφόμενα των πολυάριθμων εφημερίδων που κυκλοφορούσαν μετά την Επανάσταση, μερικές από τις οποίες χρηματοδοτούνταν ή εκδίδονταν από αγωνιστές. Ιστορώντας τους αγωνιστές μέσα από τις σφοδρές διενέξεις τους, τους ψυχογραφεί πολύ βαθύτερα, στην αλήθεια τους, απ’ ό,τι οι φλύαρες ηρωολογίες και αγιογραφίες.