ΑΠΟΨΕΙΣ

Σωτήρης Τσιόδρας: Μεγέθη

gkat_20_2805_page_1_image_0001

Ακούσαμε ότι μια γυναίκα βρέθηκε θετική. Ηταν μόλις το δεύτερο κρούσμα. Την επόμενη ημέρα μάθαμε ότι ο σύζυγός της εργαζόταν στο κτίριο που στεγάζει την «Κ». Ψαχνόμασταν. Ξυνόμασταν σαν να μας είχε ήδη καταλάβει κάτι πιο στέρεο από τον φόβο. Μουρμουρίζοντας, συγκεντρωθήκαμε σε πυκνό συγχρωτισμό, που με τα σημερινά υγειονομικά ήθη ισοδυναμούσε με απόπειρα μαζικής αυτοκτονίας. Θα μας ενημέρωνε ένας ειδήμων του υπουργείου Υγείας. Ενας καθηγητής.

Ηταν σχολαστικός και καθησυχαστικός ταυτόχρονα. Δεν κινδυνεύετε, έλεγε, αν δεν έχετε έρθει με τον ύποπτο σε επαφή. Ή αν δεν έχετε μείνει μαζί του σε κλειστό χώρο για ώρες. «Εγώ!», ακούστηκε πανικόβλητη μια φωνή. «Εγώ ήμουν μαζί του χθες στο ίδιο γραφείο». Ο καθηγητής έκανε τότε κάτι αλλόκοτο – αντικαθηγητικό. Τινάχτηκε και άγγιξε τον εκτεθειμένο. «Βλέπετε; Τον πιάνω. Γιατί δεν φοβάμαι; Διότι ακόμη και αν έχει μολυνθεί, ο ιός δεν έχει επωαστεί».

Στους τρεις μήνες που ακολούθησαν, ο Σωτήρης Τσιόδρας έπαιξε τον ίδιο ρόλο όχι για μια αδαώς γεμάτη αίθουσα σύνταξης, αλλά για ολόκληρο το έθνος. Η βαριά αναφορά στο έθνος επιβάλλεται από τον τόνο των εκδηλώσεων λατρείας. Μόνο ολυμπιονίκες έχουν αξιωθεί τόσο ενθουσιώδη, καθολική αποδοχή. Ο Τσιόδρας είναι το αντίθετο. Αντιστάρ.

Οσοι προσπαθούν να εξηγήσουν την ηρωοποίησή του, καταφεύγουν στη σύγκριση με τους πολιτικούς. Συγκρίνουν τη δική του γλώσσα με το κυρίαρχο υπόδειγμα πολιτικού λόγου. Είναι σαν να συγκρίνεις τον γιατρό με τον σαμάνο.

Χωρίς να είναι υποτελής των δεικτών δημοτικότητας, ο εθνικός επιδημιολόγος «επικοινωνιακά» τα έκανε όλα λάθος. Εκδήλωνε αφιλτράριστα τα συναισθήματά του – όχι μόνο τη συγκίνηση, αλλά και την ενόχλησή του κάθε φορά που ερχόταν αντιμέτωπος με τους λοιμωξιολόγους της εξέδρας. Αντί της αγέρωχης βεβαιότητας, που επιβάλλεται στα δημόσια πρόσωπα, μοιραζόταν ανοιχτά την αγωνία του και τον δισταγμό του.

Διέφερε και από τους συναδέλφους του, καθώς συνδύαζε φυσικότατα την επιδημιολογική στατιστική με τη ζεστή κουβέντα. Τη μια στιγμή μιλούσε εργαστηριακά για τη λοιμώδη συμπεριφορά ενός μικροβίου· και την επόμενη ονομάτιζε έναν έναν τους νοσηλευτές που είχε γνωρίσει. Τη μια ημέρα εξηγούσε ακαδημαϊκά τα μετέωρα πορίσματα των ερευνών· και την επομένη κατέβαινε στο γκέτο της Λάρισας. Αυτή η γλώσσα δεν έχει τίποτε να διδάξει την πολιτική, γιατί δεν ανήκει στο είδος της «επικοινωνίας» που μπορεί να καταστρωθεί.

Μπορεί κάποιος να πει ότι τον Τσιόδρα τον έφτιαξε η συγκυρία. Τον μεγέθυναν οι δραματικές συνθήκες. Τις συνθήκες, όμως, δεν τις υπέστη περισσότερο από ό,τι ο ίδιος τις διαμόρφωσε. Αν η πανδημική δοκιμασία ήταν, όπως λένε, «πόλεμος», τότε στο ελληνικό μέτωπο ο πόλεμος κερδήθηκε με υπεροπλία έλλογου ανθρωπισμού. Με χαμογελαστή επιστήμη. Αν ήταν πόλεμος, το μέγεθος του Τσιόδρα πρέπει να μετρηθεί με τις ζωές που σώθηκαν.