ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν: «Δίκαια» και συμφέρον

prosopa-tis-evdomadas0Το κλισέ λέει ότι η τουρκική προπαγάνδα είναι «για εσωτερική κατανάλωση». Την καταναλώνουμε όμως κι εμείς, σαν να ήταν τουρκική σαπουνόπερα. Η ερντογανική επίδειξη των κανονιών κατάφερε ώς έναν βαθμό να ασκήσει ασύμμετρη «επήρεια» στην ελληνική ψυχολογία.

Η ευπάθεια αυτή δεν προέκυψε στιγμιαία. Εδώ και πολλά χρόνια η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει εγκλωβιστεί σε μια ρητορική που επικαλείται μονότονα τα «εθνικά δίκαια» στη θάλασσα χωρίς να τα ασκεί. Μια ρητορική που έφτασε να ταυτίζει τις θαλάσσιες ζώνες –που δεν έχουν οριοθετηθεί– με το εθνικό έδαφος. Εφτασε να συγχέει τη δυνητική ΑΟΖ του Καστελλόριζου με το ίδιο το Καστελλόριζο.

Τα τελευταία δέκα χρόνια, η ρητορική αυτή ενισχύθηκε και από μια υπερεπένδυση προσδοκιών στους υδρογονάνθρακες – υπερεπένδυση σε μια πηγή πλούτου που, ακόμη κι αν αποδειχθεί ότι υπάρχει εκεί κάτω, ακόμη κι αν μπορεί κάπως να εξορυχθεί, η αξία της δεν θα πάψει να φθίνει.

Αυτή η προϊστορία είναι που επιτρέπει σήμερα στον Ερντογάν να προκαλεί ασύμμετρα πλήγματα ψυχολογικού πολέμου, στέλνοντας τον στόλο του για βόλτα στα διεθνή ύδατα. Είναι άραγε αυτή η παράσταση αβλαβής για την Ελλάδα; Θα έπρεπε να την αφήνει ανενόχλητη;

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η ερντογανική Τουρκία είναι ακίνδυνη. Ακόμη κι αν, από την άποψη του διεθνούς δικαίου, η συμπεριφορά της ούτε «παραβιάζει», ούτε «κατοχυρώνει» τίποτε, δεν παύει η δήλωση να συνιστά de facto απειλή.

Καλλιεργείται τα τελευταία 24ωρα η εντύπωση ότι η εικονική πραγματικότητα της τουρκικής παράτας παράγει, όπως λένε, «τετελεσμένα». Η εκτίμηση της ελληνικής διπλωματίας είναι όμως ότι, περιφέροντας τις κανονιοφόρους, η Τουρκία αυτοϋπονομεύεται: Αυτοσυστήνεται σαν απειλή όχι μόνο έναντι της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης.

Τα αμυντικά αντανακλαστικά που διεγείρει η ερντογανική μεγαλομανία έχουν φανεί εμπράκτως. Ο αναθεωρητισμός έχει ήδη γυρίσει μπούμερανγκ. Χωρίς την επιθετικότητα του Ερντογάν, δεν θα είχε κινητοποιηθεί η ελληνική διπλωματία, ούτε θα είχε βρει πρόθυμους συμμάχους. Χωρίς την πίεσή του, η Ελλάδα δεν θα είχε, επιτέλους, αποκτήσει ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο – ΑΟΖ που μέχρι προχθές ήταν μόνο αξίωση. Πράγμα που σημαίνει ότι, ήδη, πριν από τον απόπλου του «Ορούτς Ρέις», η Ελλάδα είχε αποκτήσει πιο στέρεα πλεονεκτήματα από μια προπαγανδιστική καμπάνια στη θάλασσα.

Αυτή η περιγραφή της εθνικής θέσης, από την οπτική γωνία της διπλωματίας, ακούγεται σαν παρηγοριά για την έλλειψη αποτρεπτικής «πυγμής». Την κάνουν να ακούγεται έτσι εκείνοι που αντιλαμβάνονται το εθνικό συμφέρον με όρους καβγά σε μπαρ. Εκείνοι που υποτιμούν τα πραγματικά όπλα της Ελλάδας.

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Ξεχαρβαλώνοντας

prosopa-tis-evdomadas1Είχε τον Καβάφη εικόνισμα. Αλλά βρήκε τη δική του φωνή όταν έπαψε να λιβανίζει το εικόνισμα. Οταν έπιασε την καβαφική κληρονομιά με γυμνά χέρια και άρχισε να την ξεχαρβαλώνει. Με αυτό το «ξεχαρβάλωμα» –αγαπημένη του λέξη, όπως και πολλές άλλες τουρκογενείς– έφτιαξε το ιδίωμά του ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Το έπλεξε ξηλώνοντας το λεπτό πέπλο της καβαφικής ευαισθησίας, φτάνοντας στη συγκίνηση από τον δρόμο της ασχήμιας. Εφτιαξε μια ποίηση γυμνή, προκλητικά αστόλιστη, με «ξυλάγγουρα» και «χούφταλα». Με ντιβάνια, αρβύλες και τσαΐρια.

Πολλοί βρίσκουν ακόμη αυτήν τη φωνή «αιρετική» επειδή τόλμησε να μιλήσει με σαρκική κυριολεξία για την επιθυμία, που τότε ήταν απαγορευμένη. Η ταμπέλα μάλλον παρεξηγεί τον ποιητή που βάπτισε εαυτόν «χριστιανόπουλο» και δεν έπαψε ποτέ να θυμίζει την καταγωγή του από το κατηχητικό. Δεν έπαψε ποτέ να λογοδοτεί στις ενοχές που ενταφίασε, συνδέοντας τη διακηρυγμένη του λίμπιντο με τον «βούρκο», τη «λάσπη», την «ανωμαλία».

Πίσω από τη λυτή λαγνεία καραδοκούσε πάντα η θεούσα. Καραδοκούσε για να πάρει τα ηνία στα τελευταία του γραπτά, όταν άρχισε πια να καταγγέλλει τη σταδιακή νομιμοποίηση του πάθους του και να ζητάει την παλινόρθωση της κακουχίας. Ο χειραφετημένος λαχταρούσε πάλι τις χειροπέδες του.

Ακόμη και η επιλογή του να σκηνοθετεί τον εαυτό του σαν φαρμακόγλωσσο κοσμοκαλόγερο –που ξεμύτιζε από τη σκήτη του για να κατακεραυνώσει τα φράγκα, τα βραβεία και όλα τα εγκόσμια– τι άλλο ήταν παρά η διεκδίκηση κάποιας μοναχικής αγνότητας; Κάποιας πνευματικής παρθενίας;

Ωστόσο, ερήμην της μοχθηρούτσικης περσόνας που οι λαθρανασκαφείς της σαλονικιώτικης μυθολογίας έκαναν τα πάντα για να δικαιώσουν, τα επιγράμματα του Χριστιανόπουλου απέβησαν πιο ελεύθερα από τον δημιουργό τους. Αυτές οι πυκνώσεις λίγων αράδων ήταν γραμμένες σε μια μέλλουσα γλώσσα. Σε μια γλώσσα που είχε προεξοφλήσει ότι θα ερχόταν η εποχή που ο συναισθηματισμός θα εκτόπιζε το συναίσθημα· και ο γαργαλισμός τον ερωτισμό.

Σαν να είχε προφητέψει τον κυνισμό του αναγνώστη του – την ηδονοβλεπτική ασυγκινησία του μετανεωτερικού χρήστη των ερεθισμάτων «on demand». Σαν να είχε προαισθανθεί ότι για να διασώσει την ευαισθησία του έπρεπε να την κυλήσει στο χώμα και στα μπετά. Γράφοντας στυγνά, ο κύριος Ντίνος μετέφερε την έδρα της συγκίνησης στα σκοτάδια. Στο Βαρδάρι – με ιώτα. Στο κορμί που «τρίζει σαν πάτωμα τουρκόσπιτου»· και στενάζει σαν «μπατιρημένο κουρείο».

Το χριστιανόπουλο βρήκε την είσοδο της λυρικής έκφρασης πεπατημένη. Και ξεχαρβάλωσε την πίσω πόρτα.