ΑΠΟΨΕΙΣ

Η άλλη Ελλάδα, αγνοείται

Η ζωή στην αμερικανική επαρχία έχει αποτυπωθεί με πολλούς τρόπους από τον αμερικανικό κινηματογράφο. Ειδικά τον ανεξάρτητο. Από τα road movies ώς τις σκοτεινές τοιχογραφίες, κύρια συστατικά της αφήγησης είναι άλλοτε η μοναξιά, η παράνοια ή η εγκατάλειψη, άλλοτε η αθωότητα, ακόμα και η αφέλεια, μια διαφορετική σχέση με τη ζωή και, ό,τι αποκαλούμε, καθημερινότητα. Οι σκηνοθέτες αφήνονται στην περιπλάνηση σε μια άλλη ήπειρο ουσιαστικά, με προτίμηση στις μεσοδυτικές πολιτείες, όπου μια ανησυχητική ησυχία καλύπτει επικίνδυνες παθογένειες. Ακόμη και όταν δεν λείπει το χιούμορ, υπάρχει το αίσθημα του κενού ή της υπόγειας απειλής είτε εκδηλώνεται είτε όχι.

Τις σκέψεις προκάλεσε η τελευταία ταινία του Αλεξάντερ Πέιν «Nebraska». Αναρωτήθηκα ποια είναι η σχέση του ελληνικού κινηματογράφου με την ελληνική επαρχία και για ποιο λόγο είναι τόσο φτωχή η καταγραφή της «εκτός Αθηνών» πραγματικότητας. Το κεφάλαιο Θόδωρος Αγγελόπουλος, η φιλμογραφία του Σταύρου Τσιώλη, το «Ολα είναι δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη ή «Αυτή η νύχτα μένει» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, δεν είναι επαρκείς απαντήσεις για μια παραγωγή που, συνολικά, ούτε μικρή είναι ποσοτικά ούτε ασφαλώς αμελητέα. Στο ντοκιμαντέρ υπάρχει μεγαλύτερη κινητικότητα. Και μόνο ο «Μανάβης» του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου και «Στο Λύκο» των Χριστίνα Κουτσοσπύρου και Αράν Χιους (2012 -2013) έχουν τόση δύναμη και αμεσότητα που θα μπορούσαν να σβήσουν αδιαφορία σωρευμένη επί χρόνια.

Ποια είναι η ατμόσφαιρα στην ελληνική επαρχία πέρα από την ερήμωση, τα σκυλάδικα, τη φτώχεια, και τοπία που κόβουν την ανάσα, αφρόντιστα και αναξιοποίητα; Είναι άραγε τυχαίο το γεγονός ότι στα λεξικά, στο λήμμα «εγκατάλειψη», οι φράσεις που χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα αναφέρονται στην ελληνική ύπαιθρο; Πώς είναι η ζωή στις επαρχιακές πόλεις, οι ιστορίες των ανθρώπων, οι μικρές αλήθειες και τα ψέματα που τους ορίζουν, χωρίς να παραπέμπουν σε εικόνες βίας, ρατσισμού, ανεκπλήρωτου πάθους ή διαστροφής;

Οι Ελληνες σκηνοθέτες προτιμούν τις πρωτεύουσες και όταν στρέφονται στην «εκτός Αθηνών» Ελλάδα, το βλέμμα τους δεσμεύεται σε στερεότυπα. Αντανάκλαση και απόρροια ενός αθηνοκεντρικού κράτους, που επί χρόνια συγκέντρωνε -και, παρά τις όποιες επί μέρους προσπάθειες, εξακολουθεί να συγκεντρώνει- πληθυσμό, δραστηριότητες, πληροφορίες. Η φυγή από την πραγματικότητα ήταν μια διαρκής, σαφής και έντονη τάση της εγχώριας κινηματογραφίας επί πολλά χρόνια. Η αποτύπωση της αλήθειας, χωρίς εστετισμούς και παραμορφώσεις, είναι και διαδικασία ωρίμανσης. Δεν είναι τυχαίο ότι με την κρίση, το ελληνικό σινεμά, πέρασε αποφασιστικά στην απέναντι όχθη. Οι δημιουργοί άρχισαν να κινηματογραφούν με τη διαδικασία του επείγοντος, χωρίς προστατευτικά φίλτρα και καλλιγραφίες. «Είδαν» το άσχημο πρόσωπο της κοινωνίας και της οικογένειας, θέλουν να παρέμβουν και να το αλλάξουν.

Μέσα σε αυτόν τον παραγωγικό οίστρο και την εγρήγορση, απουσιάζει όμως και πάλι – η ελληνική επαρχία. Μήπως δεν εμπνέει γιατί δεν τη γνωρίζουμε; Δεν αρκεί η μελαγχολική περιπλάνηση, η επιστροφή στο πατρικό, οι μνήμες μέσα από ήχους και συναισθήματα ή η προσέγγιση μέσα από ακραία, βίαια περιστατικά. Η καταγραφή είναι περιορισμένη και αποσπασματική γιατί λείπουν οι δεσμοί και η συνέχεια. Η ελληνική ύπαιθρος είναι το φόντο για τη δραματική πλοκή, η διαφορετική εμπειρία. Από την κατακερματισμένη εικόνα των δελτίων ειδήσεων και των ρεπορτάζ υψηλής τηλεθέασης, στο ασαφές περίγραμμα της μεγάλης οθόνης. Η ελληνική επαρχία παραμένει κινηματογραφικά αχαρτογράφητη.