ΑΠΟΨΕΙΣ

Επιδοτείται όποιος έχει την ισχυρότερη φωνή

Η πανδημία εμφανίστηκε ας πούμε από το πουθενά (κάπου στην Κίνα) και πολύ λογικά η αναπάντεχη μεγάλη καταστροφή, προκάλεσε ανάλογα έκτακτα μέτρα που δεν θα είχε διανοηθεί κανείς σε κανονικές συνθήκες. Η απότομη διακοπή σχεδόν κάθε οικονομικής δραστηριότητας, δημιούργησε την ανάγκη να μοιραστούν κρατικές δαπάνες για την αντιμετώπιση των έκτακτων αναγκών.

Το «μικρό» πρόβλημα είναι ότι επικράτησε το αναμενόμενο και μέσα στην ταραχή, εγκρίθηκαν μέτρα που δεν χρειάζονταν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μείωση ενοικίου στις μισθώσεις. Στη θεωρία και τη σχετική ρητορική, ήταν μια αναγκαία ρύθμιση ώστε να ανακουφιστούν τα καταστήματα που έμειναν κλειστά και κυρίως τα καφέ και τα εστιατόρια από την καταβολή των «υψηλών ενοικίων». Σε τελική ανάλυση ποιος ενδιαφέρεται για τους ιδιοκτήτες ακινήτων όταν η υγειονομική κρίση πλήττει καίρια την εργασία.

Στην πράξη αυτό που πραγματικά έγινε, είναι ότι επικράτησαν τα πλέον ηχηρά αιτήματα και έσπευσε να επωφεληθεί κυρίως ο δραστήριος κλάδος της εστίασης. Κάθε οικονομία έχει τους δικούς της προβεβλημένους εκπρόσωπους που της αξίζουν. Στην Ελλάδα η φωνή των επιχειρηματιών εστιατορίων, καφέ, ξενοδόχων είναι ισχυρότερη από άλλες χώρες. Από την πλευρά τους οι κυβερνητικοί παράγοντες που έδειξαν γρήγορα ανακλαστικά, στην αντιμετώπιση της πανδημίας, δεν δίστασαν να εγκρίνουν αναγκαστική μείωση ενοικίων, ώστε να μην απολυθούν οι εργαζόμενοι. Και όχι μόνον αυτό, η μείωση ενοικίου επεκτάθηκε (χωρίς lockdown) και τον Σεπτέμβριο και για κύρια κατοικία εργαζομένων που βρίσκονται σε αναστολή εργασίας. Επίσης και σε συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών τέκνου – εξαρτώμενου μέλους, το οποίο φοιτά σε πανεπιστήμιο εκτός του τόπου μόνιμης κατοικίας, εφόσον ένας τουλάχιστον γονέας είναι εργαζόμενος σε πληττόμενη επιχείρηση και του οποίου έχει ανασταλεί προσωρινά η σύμβαση εργασίας αλλά και για μισθώσεις κύριας κατοικίας ναυτικών των οποίων η σύμβαση ναυτολόγησης εξακολουθεί να τελεί σε αναστολή, από τον μήνα Οκτώβριο 2020.

Το ανέκδοτο που κυκλοφόρησε είναι ότι κάποιες τράπεζες σκέφθηκαν να ζητήσουν μείωση ενοικίου για υποκαταστήματα αλλά θυμήθηκαν ότι οι ίδιες είναι ιδιοκτήτριες άλλων ακινήτων που ενοικιάζουν σε τρίτους…

Στην πραγματικότητα, αυτό που έγινε είναι ότι οι ιδιοκτήτες ακινήτων αναλαμβάνουν υποχρεωτικά στην αρχή, προαιρετικά στη συνέχεια αν δεν απορρίψουν το σχετικό αίτημα, μέρος του κόστους της υγειονομικής κρίσης. Προφανώς δεν ζητήθηκε από προμηθευτές εστιατορίων να μειώσουν την τιμή του κρέατος, ποτών ή άλλων προϊόντων, ούτε στις εταιρείες ηλεκτρικού ρεύματος να μειώσουν τα πάγια ή το τιμολόγιό τους.

Η συνέχεια της λανθασμένης κίνησης θα ήταν να δοθούν και εισοδηματικές ενισχύσεις στους ιδιοκτήτες για τις απώλειες που είχαν εξαιτίας της έκτακτης μείωσης ενοικίων. Σίγουρα ανάμεσά τους βρίσκονται και άνθρωποι χαμηλών εισοδημάτων, συνταξιούχοι που περίμεναν να ζήσουν από το ενοίκιο που εισπράττουν. Η αλυσίδα αυτή δεν έχει τέλος.

Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να σταματήσει η εφαρμογή εύκολων λύσεων. Να ξαναδούν τις προτεραιότητες. Να ενισχύσουμε την απασχόληση χωρίς σπατάλη πόρων, χωρίς όμως να προκαλούμε μεγαλύτερα προβλήματα. Η αναγκαστική συμπίεση ενοικίων, εφόσον ισχύει ως μόνιμη πολιτική, προκαλεί τελικά μεγαλύτερα προβλήματα. Η διανομή ελάχιστου εισοδήματος σε όσους το χρειάζονται είναι πολύ καλύτερη λύση από επεμβάσεις στα ενοίκια επειδή αυτό προτιμούν οι ενδιαφερόμενοι. Αν κυβερνούσαν οι ιδιοκτήτες καφέ, τα κτίρια θα είχαν επιταχθεί για να μπορούν να προσλαμβάνουν περισσότερους νέους με χαμηλό μισθό και χωρίς κοινωνική ασφάλεια. Αυτός είναι ο ιδανικός κόσμος τους. Οχι ο δικός μας.