ΑΠΟΨΕΙΣ

Κυριάκος Μητσοτάκης: Πίτες

Ο Μητσοτάκης στη Θεσσαλονίκη έκανε επίδειξη λιτότητας. Λιτότητας; Αυτός που υποσχέθηκε αναδρομικά στους συνταξιούχους, φοροαπαλλαγές, μείωση ασφαλιστικών εισφορών και ταυτόχρονα εξοπλιστικές δαπάνες πολλών δισ. τι σχέση έχει με τη λιτότητα;
 
Η λιτότητα του Μητσοτάκη δεν ήταν δημοσιονομική. Ηταν όμως πολιτική. Το Σάββατο μίλησε μόνο για μισή ώρα. Αν εξαιρέσει κανείς τη μεγαλόστομη κοινοτοπία του συνθήματος που φωσφόριζε στο φόντο («Χτίζουμε την Ελλάδα της αυτοπεποίθησης»), η ίδια η ομιλία δεν είχε χώρο για επικοινωνιακές τσίχλες. Είχε τόνο ξερού απολογισμού και λίστας προγραμματικών δηλώσεων. Το στυλ διατηρήθηκε και στη συνέντευξη της επομένης. Οι απαντήσεις ήταν –περιέργως– μονότονα εντός θέματος.
 
Το στυλ αυτό δεν ήταν πρόσφορο για να υπογραμμίσει την καινοτομία που εισήγαγαν οι μητσοτακικές εξαγγελίες: για πρώτη φορά όλα τα μέτρα αναχαίτισης των συνεπειών της κρίσης κατευθύνονται προς την πραγματική οικονομία – αυτό που στη μεταπολιτευτική γλώσσα ονομάζουμε ψιλοκαχύποπτα «ιδιωτικός τομέας». Αν εξαιρέσει κανείς τα αναδρομικά στις συντάξεις, όλες οι υπόλοιπες ελαφρύνσεις και διευκολύνσεις είναι στοχευμένες στην τόνωση της μεσαίας τάξης.
 
Η χρήση αυτού του συμβολικά βεβαρημένου όρου έχει φτάσει να υποδηλώνει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη υλοποιεί μια ιδεολογική –κάποιοι τη λένε και «ταξική»– σκοπιμότητά της: περιποιείται το εκλογικό της ακροατήριο. Χρειάζεται άραγε να επικαλεστεί κανείς αλλότρια ελατήρια για να δικαιολογήσει μέτρα στήριξης εκείνων που όντως πλήττονται; Χρειάζεται να δικαιολογήσει γιατί εξαιρούνται της στήριξης εκείνοι που δεν πλήττονται;
 
Κάπως έτσι ενοχοποιείται ως ιδεοληπτική η άρση μιας παλιάς ιδεοληψίας. Μέχρι τώρα εξωραϊζόταν ως ταξική ευαισθησία ο πελατειακός αυτοματισμός που κατηύθυνε τους πόρους σε ομάδες οι οποίες, ακόμη και όταν είχαν εισοδηματικές απώλειες, δεν χειμάζονταν από εργασιακή ανασφάλεια. Το μητσοτακικό μείγμα κόβει τουλάχιστον τον λώρο με αυτή την πολιτική κουλτούρα – που μοίραζε την πίτα με γνώμονα την εκλογική δημογραφία: κάτι στους αγρότες, κάτι στους μικρομεσαίους, κάτι στους δημοσίους υπαλλήλους.
 
Το σύστοιχο μήνυμα των εγκαινίων της νέας πολιτικής σεζόν είναι ότι ο Μητσοτάκης –που αντιστάθηκε στον πειρασμό μιας πρόωρης εκλογικής ζαριάς– θεωρεί ακόμη εφικτό το πρόγραμμα του 2019. Οι αλυσιδωτές κρίσεις που σημάδεψαν το 2020 δεν είναι, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, ικανές να εκτροχιάσουν τις βασικές του επαγγελίες. Το πικρό μειδίαμα, με το οποίο θέλησε να προεξοφλήσει τις αντιδράσεις για τις κυοφορούμενες αλλαγές στα εργασιακά και στο ασφαλιστικό, ήταν μια μορφή λοξής διαβεβαίωσης ότι δεν σκοπεύει να σεβαστεί ταμπού που υποσχέθηκε ότι θα σπάσει.
 
Η συμβατική προσέγγιση θα ήταν να δοκιμάσει να διασχίσει το αναπάντεχο ναρκοπέδιο της κορωνοκρίσης συντηρητικά, ακροποδητί, χωρίς επιπλέον περισπασμούς. Η άλλη προσέγγιση είναι να δεις την κρίση-μετά-την-κρίση σαν ευκαιρία για πολλαπλό reboot. Δύσκολο. Αν πετύχει, θα έχει αργήσει δέκα χρόνια.