ΑΠΟΨΕΙΣ

Η τεμπελιά του ΣΥΡΙΖΑ

Η αντιπολιτευτική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ γίνεται μέρα με τη μέρα πιο ασυνάρτητη και χαοτική. Ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Αλέξης Τσίπρας, αποκαλεί τον πρωθυπουργό «τον μεγαλύτερο πολιτικό απατεώνα που έχει περάσει στη χώρα» και ο τέως υπουργός Οικονομικών του και νυν κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος, Ευκλείδης Τσακαλώτος, τον επιπλήττει ευθέως: «Πρέπει να είμαστε εξαιρετικά φειδωλοί όταν αποκαλούμε τους αντιπάλους μας απατεώνες» και προειδοποιεί πως αυτού του είδους η πολιτική αντιπαράθεση «αποξενώνει μεγάλο μέρος των πολιτών και ιδιαίτερα τους νέους και τις νέες».  Η βουλευτής Θεοδώρα Τζάκρη, από την πλευρά της, καταλογίζει στον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι είναι «άπατρις και διεθνιστής», για να λάβει την απάντηση του Νίκου Φίλη πως η λέξη «άπατρις» είναι «εμφυλιοπολεμική κατάρα της Δεξιάς και απομεινάρι μιας άλλης εποχής» και πως «στην ηθική παράδοση της Αριστεράς δεν περιλαμβάνεται να κατηγορείται κάποιος ή κάποια με αυτή τη λέξη». «Δεν αποτελεί μομφή να είναι κανείς διεθνιστής! Επαινος είναι!», της θυμίζει. 

Οι εσωκομματικές διενέξεις δείχνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει αποφασίσει αν θα αποτινάξει τα εθνικιστικά λαϊκίστικα στοιχεία, απομεινάρια της σύμπραξης με τους Ανεξάρτητους Ελληνες, αν θα επιχειρήσει να διεμβολίσει το παλιό, πατριωτικό ΠΑΣΟΚ παπαγαλίζοντας τη συνθηματολογία του Ανδρέα Παπανδρέου, αν θα επιστρέψει στο αριστερίστικο φλερτ με το όριο του 3% ή αν θα μετεξελιχθεί σε έναν σύγχρονο κεντροαριστερό σχηματισμό, τώρα που οι φιλελεύθεροι και κεντρώοι ψηφοφόροι μοιάζουν να απογοητεύονται από την κυβερνητική πολιτική. Η τελευταία είναι η πλέον αισιόδοξη εκδοχή και δύσκολα μπορεί να υλοποιηθεί. Το βέβαιο είναι ότι η τρέχουσα αντιπολίτευση δεν πείθει, όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις, παρόλο που τα θέματα τα οποία προσφέρονται για ουσιαστική κριτική στην κυβέρνηση είναι πολλά. Από την απουσία μιας συγκροτημένης αντιμετώπισης της πανδημίας, στους τομείς της δημόσιας υγείας, της οικονομίας, της απασχόλησης, της ενημέρωσης, μέχρι τη διγλωσσία στο μεταναστευτικό και την πλήρη αδιαφορία για μια πολιτική ενσωμάτωσης όσων προσφύγων έχουν εξασφαλίσει άσυλο.  

Μέσα σε αυτό το κατ’ εξοχήν ευνοϊκό –για τον λόγο της Αριστεράς– τοπίο, οι προσωπικές ύβρεις, η απαξίωση των αντιπάλων και η εθνικιστική, εμφυλιοπολεμική ρητορική μαρτυρούν ιδεολογική αμηχανία, αν όχι ανία. Είναι η πολιτική τεμπελιά που συνοψίζεται στη σκέψη «αφού μεταπολιτευτικά αυτά τα σχήματα “δουλεύουν” στο εκλογικό σώμα, ας τα αναπαράγουμε».