ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο χαμογελαστός δημιουργός που έλαμψε στο Παρίσι

Ο Κένζο Τακάντα (1940-2020) πέθανε την Κυριακή 4 Οκτωβρίου από επιπλοκές της COVID-19, στο αμερικανικό νοσοκομείο της πόλης (φωτ. SHUTTERSTOCK).

Την πρώτη φορά που ο Κένζο Τακάντα αντίκρισε το Παρίσι ήταν Πρωτοχρονιά του 1965. Για τον 25χρονο τότε ανερχόμενο σχεδιαστή, η γαλλική πρωτεύουσα αντιπροσώπευε τη δημιουργική μαγεία της μόδας, εκεί όπου σχεδιαστές όπως ο αγαπημένος του Ιβ-Σεν Λοράν έθεταν τις βάσεις για ένα παγκόσμιο, κομψό, πρωτοποριακό στυλ. Πολύ σύντομα, τα αρχικά σχέδια του νεαρού Ιάπωνα για μια σχετικά μικρή παραμονή στην πόλη άλλαξαν. Οι μήνες έγιναν χρόνια –55 για την ακρίβεια– και μέσα σε αυτό το διάστημα ζωής, ο Kένζο Τακάντα δημιούργησε μια πολυδιάστατη γέφυρα μεταξύ ανατολής και δύσης, βασισμένη σε πληθωρικά χρώματα, σχέδια και μοτίβα σε ρούχα, αξεσουάρ και όχι μόνο. Ο αγαπητός δημιουργός πέθανε στο Παρίσι την Κυριακή 4 Οκτωβρίου από επιπλοκές της COVID-19, στο αμερικανικό νοσοκομείο της πόλης.

Ο πάντα χαμογελαστός Κένζο Τακάντα είχε ήδη χτίσει τη δημιουργική του ταυτότητα, όταν έλαβε χώρα η ιστορική πλέον στυλιστική «απόβαση» των Γιαπωνέζων σχεδιαστών στο Παρίσι τη δεκαετία του 1980. Απέναντι στην αποδομημένη σιλουέτα της Rei Kawakubo και τον οίκο Comme des Garcons, τον μινιμαλισμό με τη ρομαντική χροιά του Yohji Yamamoto και τη γεμάτη γεωμετρικές γραμμές ποίηση του Issey Miyake, o Kένζο κράτησε μια χαρούμενη, πολύχρωμη, φλοράλ κατεύθυνση με σύγχρονη έθνικ διάθεση. Ο Κένζο Τακάντα γεννήθηκε στο Χιμέντζι, στον νομό Χιόγκο, το 1940. Ο πατέρας του είχε ένα κατάστημα με είδη τσαγιού, όπου τα επιβλητικά σε λεπτομέρεια και χειροτεχνία κιμονό που φορούσαν εν ώρα εργασίας οι γκέισες αποτελούσαν ένα ιδιαίτερο θέαμα για τον μικρό Κένζο. Παράλληλα, ο ίδιος παρακολουθούσε την εξέλιξη της μόδας στον δυτικό κόσμο μέσα από τις σελίδες των περιοδικών που αγόραζαν οι αδελφές του.

Ακολουθώντας τις επιθυμίες της οικογένειάς του ξεκίνησε να σπουδάζει λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο του Κόμπε στην ηλικία των 18. Δεν ήταν καθόλου στο στοιχείο του και όταν έμαθε ότι το αρχικά θηλέων μόνο κολέγιο μόδας Bunka δεχόταν πλέον και άνδρες φοιτητές, αποφάσισε να εγκαταλείψει τις πανεπιστημιακές σπουδές. Στο κολέγιο Bunka –διακεκριμένη σχολή από την οποία έχουν αποφοιτήσει σχεδιαστές όπως ο Yamamoto– ένας καθηγητής-μέντορας ο οποίος είχε σπουδάσει στο Παρίσι, του μιλούσε συχνά για αυτήν την πόλη, την πρωτεύουσα της διεθνούς μόδας. Στο μεταξύ, ένα βραβείο που κέρδισε ο Κένζο το 1960, του έδωσε την ευκαιρία να ξεκινήσει μια συνεργασία με το πολυκατάστημα Sanai, σχεδιάζοντας νεανικές γυναικείες συλλογές.

Το 1964, ο νεαρός Κένζο έλαβε μια απροσδόκητη οικονομική αποζημίωση όταν οι Αρχές της χώρας κατεδάφισαν το κτίριο στο οποίο ζούσε, καθώς η ευρύτερη περιοχή έπρεπε να αναδιαμορφωθεί για τις ανάγκες των καλοκαιρινών Ολυμπιακών Αγώνων της ίδιας χρονιάς. Ο ανερχόμενος σχεδιαστής αποφάσισε τότε να πάρει άλλη μια σημαντική για τη ζωή του απόφαση. Ακολουθώντας τη συμβουλή του καθηγητή-μέντορά του, επέλεξε να χρησιμοποιήσει την κρατική αποζημίωση για να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι με τελικό προορισμό την πρωτεύουσα της μόδας. Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής έγινε με πλοίο, με τον Κένζο να σταματά στο Χονγκ Κονγκ και αργότερα σε λιμάνια της Κίνας και της Ινδίας. Υστερα από ένα μήνα, ο νέος σχεδιαστής έφτασε στη Μασσαλία και από εκεί ταξίδεψε με τρένο στο Παρίσι. Φτάνοντας στον σταθμό Γκαρ Ντε Λυών, η πρώτη αντίδρασή του ήταν ότι η πόλη ήταν «μελαγχολική και ψυχρή». Ομως, όταν το ταξί που τον μετέφερε πέρασε μπροστά από την εκκλησία Νοτρ Νταμ, έμεινε μαγεμένος και η διάθεσή του άλλαξε εντελώς.

Στο Παρίσι στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ο ανερχόμενος δημιουργός ξεκίνησε να σχεδιάζει ρούχα στο χαρτί. Κάποια από τα σχέδιά του αγόρασε τότε ο Λουί Φερό. Στη συνέχεια, αποφάσισε να ανοίξει έναν δικό του χώρο σε ένα παλιό μικρό κατάστημα της Γκαλερί Βιβιέν. Τα χρώματα και τα φλοράλ μοτίβα γέμισαν τους τοίχους του πρώτου εκείνου καταστήματος που ονομάστηκε «Jungle Jap». Εκεί έστησε και το πρώτο του ντεφιλέ, με διάφορους φίλους να υιοθετούν τον ρόλο του μοντέλου. Υστερα από κριτική που έλαβε από μερίδα του χώρου ότι το όνομα Jungle Jap είχε υποτιμητική χροιά, αποφάσισε να δώσει το δικό του όνομα, Kenzo, στην εταιρεία.

Μια ευχάριστη έκπληξη περίμενε τον σχεδιαστή το 1970, όταν ένα ρούχο του έκανε την εμφάνισή του στο εξώφυλλο του περιοδικού Elle. Ηταν ένα σημαντικό πρώτο σημάδι αναγνώρισης του οράματός του, το οποίο ξεκίνησε με γυναικείες συλλογές για να επεκταθεί αργότερα σε ανδρικές, παιδικές και πιο κάζουαλ κολεξιόν ρούχων και αξεσουάρ. Την ίδια στιγμή, η κεφάτη, αισιόδοξη ενδυματολογική φιλοσοφία του Κένζο πέρασε και στον χώρο των αρωμάτων. Η επιτυχημένη πορεία των αρωμάτων Kenzo ξεκίνησε με γυναικείες νότες το 1988, με τις ανδρικές να ακολουθούν το 2000. Το 2001, ο οίκος λάνσαρε και μία σειρά καλλυντικών.

Παράλληλα με τη δημιουργική επιτυχία και αναγνώριση, ο Κένζο είχε να αντιμετωπίσει δραματικές εξελίξεις στην προσωπική του ζωή. Ο σύντροφός του, Xavier de Castella, πέθανε το 1990, ενώ αργότερα ο μάνατζερ του οίκου υπέστη ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο. Ερχόμενος αντιμέτωπος με ένα αίσθημα ανασφάλειας, ο Κένζο αποφάσισε να πουλήσει την εταιρεία του στον όμιλο της πολυτέλειας LVMH το 1993. Ο ίδιος παρέμεινε στο δημιουργικό τιμόνι μέχρι το 1999, ενώ παράλληλα στράφηκε και σε πολλές άλλες σχεδιαστικές δραστηριότητες. Πάντα εν ενεργεία δημιουργικός, το 2019 σχεδίασε κοστούμια για μια παραγωγή όπερας, ενώ νωρίτερα φέτος είχε ανακοινώσει το λανσάρισμα μιας νέας λάιφ-σταϊλ μάρκας.

Σήμερα, οι κώδικες του οίκου παραμένουν στη θέση τους, εκεί ακριβώς όπου τους είχε τοποθετήσει ο δημιουργός τους τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Πολυχρωμία, πάντρεμα μοτίβων, μια μόδα χωρίς ενδυματολογικά σύνορα που ορίζεται από θετική ενέργεια και την ιδέα της ανθρώπινης και πολιτισμικής διαφορετικότητας και ενσωμάτωσης, πολύ πριν αυτές οι έννοιες αναδειχθούν στις μεγάλες νέες αξίες της βιομηχανίας.

Στις 30 Σεπτεμβρίου, ο οίκος Kenzo παρουσίασε τη συλλογή άνοιξη-καλοκαίρι ’21 υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Πορτογάλου σχεδιαστή Felipe Oliveira Baptista. O Κένζο Τακάντα δεν ήταν εκεί. Ηταν όμως απόλυτα παρών: ανάμεσα στις αναφορές της κολεξιόν, πολλά από τα prints από τα πλούσια αρχεία του οίκου είχαν την υπογραφή του.