ΑΠΟΨΕΙΣ

Επιθυμία για ζωή μέσα από την έλξη του θανάτου

Ο Λαβ Ντίαζ έχει περιορισμένο κοινό στην Ελλάδα. Ελάχιστοι, κινηματογραφόφιλοι, τον γνωρίζουν. Ο 62χρονος Ντίαζ είναι σκηνοθέτης από τις Φιλιππίνες και εδώ και χρόνια όποτε εμφανίζεται σε διεθνή φεστιβάλ φεύγει με ένα βραβείο. Προσωπικά τον ανακάλυψα το 2016 στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Εκείνο τον Φεβρουάριο αποχώρησε με την Αργυρή Αρκτο για την οκτάωρη ταινία του «A lullaby to the sorrowful mystery» (Ενα νανούρισμα για το θλιβερό μυστήριο) και μερικούς μήνες αργότερα, Σεπτέμβριο, στη Βενετία βραβεύτηκε με το Χρυσό Λιοντάρι για τη «Γυναίκα που έφυγε» (The woman who left), διάρκειας 3 ωρών και 45 λεπτών. 

Η πρώτη, ήταν ένα οπτικό έπος, σαν παραίσθηση, βασισμένη σε ιστορικά γεγονότα της χώρας του, μύθους, μνήμες, πρόσωπα υπαρκτά και επινοημένα, με τραύματα που αιμορραγούν και στοιχειώνουν. Η δεύτερη, αφηγείται έξοχα και μοναδικά την ιστορία της Οράσια, μιας γυναίκας που έχει περάσει τα τελευταία 30 χρόνια στη φυλακή, για ένα φόνο τον οποίο δεν έχει διαπράξει.

Αυτές τις ημέρες προβάλλεται η νέα ταινία του, το «Γένος Παν», που απέσπασε το βραβείο σκηνοθεσίας στο τμήμα «Ορίζοντες» στη βενετσιάνικη Μόστρα του Σεπτεμβρίου. Η προβολή εντάσσεται στο πλούσιο και ξεχωριστό 11ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας, το οποίο διοργανώνει η Ταινιοθήκη της Ελλάδος (άρχισε στις 16 και ολοκληρώνεται στις 26 Οκτωβρίου), διεξάγεται online και είναι δωρεάν. Στο 2,5 ωρών «Γένος Παν» πρωταγωνιστούν τρεις παράνομοι ανθρακωρύχοι, οι οποίοι επιστρέφουν στο νησί τους έπειτα από μήνες μόχθου σε σκληρές συνθήκες. Με τα χρήματα που κέρδισαν με την επίπονη δουλειά τους, ακολουθούν μια διαδρομή δαιδαλώδη, διασχίζοντας  θάλασσα, βουνά και δάσος, για να φθάσουν στον προορισμό τους. Τίποτα δεν είναι ίδιο, όμως, μετά το ταξίδι· ούτε οι ίδιοι (όσοι απέμειναν) ούτε το νησί τους.

Δύσκολο να παροτρύνει κανείς θεατές να παρακολουθήσουν ασπρόμαυρες περιπλανήσεις μεγάλης διάρκειας. Οσο κι αν ο ίδιος ο Ντίαζ εκνευρίζεται με τις «ετικέτες»: «Τι σημαίνει “αργό σινεμά”; Δεν ξέρω γιατί κάθε φορά που μιλάμε για το σινεμά μιλάμε για το μήκος των ταινιών. Είναι σινεμά. Οπως ακριβώς είναι η ποίηση, η ζωγραφική: μικρός ή μεγάλος καμβάς, είναι το ίδιο πράγμα».

Είναι ανακουφιστική η αίσθηση βραδύτητας, διατείνονται ορισμένοι, καθώς ταυτίζεται με τον ρυθμό της απόλαυσης και της μνήμης. Από την άλλη, ο ίδιος ο Φιλιππινέζος δημιουργός δεν παραγνωρίζει τη σημασία του χρόνου: «Ο χρόνος τρέχει τόσο γρήγορα, δεν έχουμε έλεγχο σε ό,τι συμβαίνει. Γι’ αυτό, καλύτερα να λέμε αμέσως αυτό που θέλουμε», επισημαίνει ένα από τα πρόσωπα στο «A lullaby to the sorrowful mystery». Αυτό το λίκνισμα πάνω στην πραγματικότητα δίνει στο σινεμά του Ντίαζ έναν διαρκή κυματισμό. Με έναν περίεργο τρόπο, τα εξαιρετικά μαυρόασπρα πλάνα του δεν είναι μια «γιορτή» της όρασης. Η εικόνα, που είναι φροντισμένα ρεαλιστική, διασπάται σε δεκάδες υποσύνολα. Διαπερνά τη ζωή όπως τη βλέπουμε, το «δέρμα», τα επιφαινόμενα. Διαπερνά τα φτωχικά δωμάτια, τους βρώμικους δρόμους, τις εκκλησίες και τις φτωχογειτονιές, την ανέχεια, την απληστία, τον φθόνο, την αγάπη, τη συγχώρεση, την εγκατάλειψη, τις πολλαπλές μεταμφιέσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Αναζητεί την κινητήριο δύναμη, την επιθυμία για ζωή μέσα από τη διαρκή έλξη του θανάτου.

Ξεκινάει από τον θάνατο, ίσως να είναι και ο πυρήνας των θεμάτων που επιλέγει, και σιγά σιγά συνδέεται αποφασιστικά με τη ζωή. Ο χρόνος κυλάει αντίστροφα, ίσως γι’ αυτό απλώνεται τόσο: δεν πυκνώνει βαδίζοντας προς τον θάνατο, «αραιώνει» αναζητώντας πατήματα ζωής, όσο μελαγχολικά ή βασανιστικά κι αν είναι. Οι ήρωές του βρίσκουν χαρά και διαφυγές σε απροσδόκητες στιγμές, η ιστορία της χώρας του και η πολιτική συνθήκη καθορίζουν εν πολλοίς την πορεία τους, αναζητούν τρόπους επούλωσης του ατομικού ή συλλογικού τραύματος, καθώς και τα δύο βαραίνουν εξίσου, αλληλεπιδρούν και διαμορφώνουν την ψυχοσύνθεση και τη συνείδησή τους. 

«Θέλω με την τέχνη μου να συλλάβω το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Θέλω να κατανοήσω τον θάνατο. Θέλω να κατανοήσω τη μοναξιά. Θέλω να κατανοήσω την πάλη. Θέλω να κατανοήσω τη φιλοσοφία του λουλουδιού που αποφασίζει να φυτρώσει στον βούρκο», λέει ο Ντίαζ. Η προσπάθεια «να κατανοήσει» δεν τελειώνει ποτέ. Το ξέρει, συνεχίζει.